Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

Share

Highlight in text

Go

Avis juridique important

|

61981J0255

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 10ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1982. - R. A. GRENDEL GMBH ΚΑΤΑ FINANZAMT FUER KOERPERSCHAFTEN IN HAMBURG. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ FINANZGERICHT ΤΟΥ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ. - ΑΜΕΣΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΟΔΗΓΙΩΝ - ΦΠΑ - ΑΠΑΛΛΑΓΗ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 255/81.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1982 σελίδα 02301


Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Δημοσιονομικές διατάξεις — Εναρμόνιση τών νομοθεσιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας — Απαλλαγές , προβλεπόμενες από τήν εκτη οδηγία — Απαλλαγή τών πράξεων μεσιτείας πιστώσεων — Δυνατότης τών ιδιωτών νά επικαλεσθούν τήν σχετική διάταξη σέ περίπτωση ανεκτελέστου τής οδηγίας — Προϋποθέσεις

( Άρθρο 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , τής οδηγίας 77/388 τού Συμβουλίου )

Περίληψη


Σέ περίπτωση μή εκτελέσεως τής οδηγίας 77/388 , ο μεσίτης πιστώσεων δύναται νά επικαλεσθεί , από τής 1ης Ιανουαρίου 1979 , τήν διάταξη περί απαλλαγής τών εν λόγω πράξεων από τόν φόρο κύκλου εργασιών , η οποία προβλέπεται από τό άρθρο 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , τής οδηγίας 77/388 , άν απέστη νά επιρρίψει αυτόν τόν φόρο σέ μεταγενέστερο στάδιο , χωρίς τό κράτος νά δύναται νά τού αντιτάξει τό ανεκτέλεστο τής οδηγίας αυτής .

Διάδικοι


Στήν υπόθεση 255/81 ,

πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Finanzgericht τού Αμβούργου πρός τό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στά πλαίσια τής εκκρεμούς ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς μεταξύ

R . A . GRENDEL GMBH , εκπροσωπουμένης από τήν διαχειρίστριά της Renate Grendel , κατοίκου Αμβούργου ,

καί

FINANZAMT FUER KOERPERSCHAFTEN IN HAMBURG ( Οικονομικής Εφορίας Νομικών Προσώπων Αμβούργου ), Αμβούργο ,

Αντικείμενο της υπόθεσης


η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , τής εκτης οδηγίας 77/388 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 , περί εναρμονίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , τών σχετικών μέ τούς φόρους κύκλου εργασιών — κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας — ομοιόμορφη φορολογική βάση ,

Σκεπτικό της απόφασης


1 Μέ διάταξη τής 4ης Σεπτεμβρίου 1981 πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 18 Σεπτεμβρίου 1981 τό Finanzgericht τού Αμβούργου υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 117 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 τής εκτης οδηγίας ( 77/388 ) τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 , περί εναρμονίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , τών σχετικών μέ τούς φόρους κύκλου εργασιών — κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας : ομοιόμορφη φορολογική βάση ( ΕΕ ειδ . έκδ ., τόμ . 09/001 , σ . 49 ).

2 Κατά τό άρθρο 1 τής εν λόγω οδηγίας τά Κράτη μέλη ώφειλαν νά εκδώσουν τίς απαιτούμενες νομοθετικές καί διοικητικές διατάξεις πρός εκτέλεση τής οδηγίας τό αργότερο μέχρι τήν 1η Ιανουαρίου 1978 . Επειδή πολλά Κράτη μέλη , μεταξύ τών οποίων καί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , δέν ηδυνήθησαν νά πραγματοποιήσουν εγκαίρως τίς αναγκαίες προσαρμογές στήν νομοθεσία τους περί φόρου προστιθεμένης αξίας , τό Συμβούλιο παρέτεινε τήν προαναφερθείσα προθεσμία μέχρι τήν 1η Ιανουαρίου 1979 μέ τήν ενάτη οδηγία ( 78/583 ), τής 26ης Ιουνίου 1978 , περί εναρμονίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , τών σχετικών μέ τούς φόρους προστιθεμένης αξίας ( ΕΕ ειδ . έκδ ., τόμ . 09/001 , σ . 96 ).

3 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , ομως , εξετέλεσε τήν εκτη οδηγία μόλις μέ τόν νόμο τής 26ης Νοεμβρίου 1979 ( BGBl . Ι , σ . 1953 ) καί μάλιστα μέ έναρξη ισχύος τήν 1η Ιανουαρίου 1980 .

4 Όπως προκύπτει από τήν διάταξη περί παραπομπής , στήν εταιρία Grendel , η οποία μετέρχεται στήν Γερμανία τό επάγγελμα τού μεσίτου πιστώσεων , επεβλήθη μέ πράξη τού Finanzamt fuer Koerperschaften ( Οικονομικής Εφορίας Νομικών Προσώπων ) τού Αμβούργου , τής 3ης Σεπτεμβρίου 1980 , γιά τά ποσά πού έλαβε κατά τό έτος 1979 ως προμήθεια γιά τήν εν λόγω δραστηριότητα , φόρος κύκλου εργασιών σύμφωνα μέ τήν μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1979 ισχύουσα γερμανική νομοθεσία περί φόρου εργασιών .

5 Η επιχείρηση άσκησε ένσταση καί ζήτησε απαλλαγή από τόν φόρο επικαλουμένη τήν απ’ ευθείας εφαρμογή τού άρθρου 13 τής εκτης οδηγίας , τό οποίο προβλέπει στό μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , οτι απαλλάσσεται τού φόρου «η χορήγηση καί διαπραγμάτευση [μεσιτεία] πιστώσεων» καθώς καί «η διαχείριση πιστώσεων , ενεργουμένη από εκείνον ο οποίος τίς εχορήγησε» . Τό Finanzamt αμφισβήτησε οτι η εν λόγω οδηγία δημιουργεί δικαίωμα πού ειναι δυνατόν νά επικαλεσθεί ευθέως ο ιδιώτης καί ηρνήθη τήν φορολογική απαλλαγή .

6 Τό Finanzgericht τού Αμβούργου , τό οποίο επελήφθη τής διαφοράς , ανέβαλε τήν έκδοση οριστικής αποφάσεως καί υπέβαλε πρός τό Δικαστήριο τό ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :

«Τό άρθρο 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , τής εκτης οδηγίας τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 ( 77/388/ΕΟΚ ), πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι η διάταξη αυτή χορηγεί , από τού χρονικού σημείου τής ισχύος της , άμεση έννομη αξίωση τού υποκειμένου σέ φόρο γιά φορολογική απαλλαγή τών πράξεων πού αναφέρει , ακόμη καί άν η εθνική νομοθεσία περί φόρου κύκλου εργασιών δέν έχει ( ακόμη ) προβλέψει καμμία απαλλαγή;»

7 Η προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη δέν παρέστη κατά τήν διαδικασία ενώπιον τού Δικαστηρίου . Οι απόψεις της υπεστηρίχθησαν από τήν Επιτροπή , η οποία μέ τίς παρατηρήσεις πού υπέβαλε στό Δικαστήριο υπεστήριξε τήν άποψη οτι υφίσταται υπέρ τών ιδιωτών αξίωση γιά τήν εν λόγω φορολογική απαλλαγή . Καί τό Συμβούλιο , τό οποίο εξέφρασε τήν γνώμη του κατά τήν προφορική διαδικασία , υπεστήριξε τήν άποψη τής προσφευγούσης , μέ ορισμένες επιφυλάξεις .

8 Αντιθέτως , η καθ’ ης η προσφυγή διοικητική αρχή , υποστηριζομένη από τίς κυβερνήσεις τής Γαλλικής Δημοκρατίας καί τής Ιταλικής Δημοκρατίας , υπεστήριξε οτι γιά τό χρονικό διάστημα — δηλαδή τό οικονομικό έτος 1979 — κατά τό οποίο δέν ειχαν τεθεί σέ ισχύ οι εθνικές διατάξεις περί εκτελέσεως τής οδηγίας στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , δέν ηταν δυνατή η επίκληση τής αμφισβητουμένης διατάξεως .

9 Πρέπει νά σημειωθεί οτι επί τών ερωτημάτων πού ανέκυψαν στήν προκειμένη υπόθεση απεφάνθη ήδη τό Δικαστήριο μέ τήν απόφασή του τής 19ης Ιανουαρίου 1982 επί τής υποθέσεως 8/81 ( Becker , Συλλογή , σ . 53 ), η οποία ειχε τό ίδιο αντικείμενο .

10 Η γαλλική κυβέρνηση καί η Επιτροπή περιωρίσθησαν νά επαναλάβουν τά επιχειρήματα , πού ανέπτυξαν στήν υπόθεση 8/81 . Οι μετέχοντες στήν δίκη , οι οποίοι δέν έλαβαν μέρος στήν δίκη επί τής υποθέσεως 8/81 — η ιταλική κυβέρνηση καί η προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη — δέν προέβαλαν μέ τά υπομνήματά τους κανένα νέο επιχείρημα , πού νά μή ειχε ήδη εξετασθεί στήν προαναφερθείσα απόφαση .

11 Υπ’ αυτές τίς συνθήκες , ενδείκνυται η αναφορά στά κριθέντα υπό τού Δικαστηρίου μέ τήν απόφαση τής 19ης Ιανουαρίου 1982 , δηλαδή οτι , σέ περίπτωση μή εκτελέσεως τής οδηγίας 77/388 , ο μεσίτης πιστώσεων δύναται από 1ης Ιανουαρίου 1979 νά επικαλεσθεί τήν διάταξη τού άρθρου 13 τής οδηγίας 77/388 περί απαλλαγής από τόν φόρο κύκλου εργασιών γιά πράξεις πού αφορούν μεσιτεία πιστώσεων , εφ’ οσον απέσχε τής επιρρίψεως τού φόρου αυτού στά επόμενα στάδια , χωρίς τό κράτος νά δύναται νά τού αντιτάξει τό ανεκτέλεστο τής οδηγίας αυτής .

12 Η απόφαση τού Δικαστηρίου τής 19ης Ιανουαρίου 1982 επί τής υποθέσεως 8/81 ( Becker ) προσαρτάται στήν παρούσα απόφαση ως παράρτημα καί αποτελεί συμπλήρωμά της .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί τών εξόδων

13 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας , καθώς καί τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει , ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης , τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .

Διατακτικό


Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )

κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε τό Finanzgericht τού Αμβούργου μέ διάταξη τής 4ης Σεπτεμβρίου 1981 , αποφαίνεται :

Σέ περίπτωση μή εκτελέσεως τής εκτης οδηγίας 77/388 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 , περί εναρμονίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , τών σχετικών μέ τούς φόρους κύκλου εργασιών — κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας : ομοιόμορφη φορολογική βάση — , ο μεσίτης πιστώσεων δύναται από 1ης Ιανουαρίου 1979 νά επικαλεσθεί τήν διάταξη τού άρθρου 13 , μέρος Β , στοιχείο δ , σημείο 1 , τής εν λόγω οδηγίας περί απαλλαγής από τόν φόρο κύκλου εργασιών γιά πράξεις πού αφορούν μεσιτεία πιστώσεων , εφ’ οσον απέσχε τής επιρρίψεως τού φόρου αυτού στά επόμενα στάδια , χωρίς τό κράτος νά δύναται νά τού αντιτάξει τό ανεκτέλεστο τής οδηγίας αυτής .