Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

References to this case

Share

Highlight in text

Go

Avis juridique important

|

61986J0289

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 5ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1988. - VERENIGING HAPPY FAMILY ΚΑΤΑ INSPECTEUR DER OMZETBELASTING. - ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ GERECHTSHOF ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ. - ΦΠΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 289/86.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 03655
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα 00515
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα 00523


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας - Φόρος λόγω παραδόσεων αγαθών στο εσωτερικό κράτους μέλους - Εφαρμογή στα ναρκωτικά που εμπίπτουν στο παράνομο κύκλωμα - Δεν επιτρέπεται - Ποινική καταστολή των παραβάσεων - Αρμοδιότητα των κρατών μελών - Επιλεκτική κατασταλτική πολιτική όσον αφορά τις παραδόσεις ναρκωτικών που παράγονται από την ινδική κάνναβη - Περίσταση μη ικανή να δικαιολογήσει την επιβολή φόρου

(Οδηγία 77/388 του Συμβουλίου, άρθρο 2)

Περίληψη


Η παράνομη παράδοση ναρκωτικών στην εσωτερική αγορά κράτους μέλους, η οποία, όπως και η εισαγωγή τους στην Κοινότητα, δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τη λήψη κατασταλτικών μέτρων, είναι άσχετη προς τις διατάξεις της έκτης οδηγίας περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών. Επομένως, το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι δεν γεννάται καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών κατά την παράνομη παράδοση ναρκωτικών, που πραγματοποιείται δυνάμει επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό κράτους μέλους, καθόσον τα προϊόντα αυτά δεν ανήκουν στο εμπορικό κύκλωμα που τελεί υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρμόδιων αρχών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

Η διαπίστωση αυτή δεν θίγει καθόλου την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διώκουν τις παραβάσεις της νομοθεσίας τους περί ναρκωτικών και να επιβάλλουν τις προσήκουσες κυρώσεις, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγονται οι κυρώσεις αυτές, ακόμη και χρηματικής φύσεως.

Το ίδιο ισχύει και για την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που παράγονται από ινδική κάνναβη, ακόμη και αν οι αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο επιλεκτικής κατασταλτικής πολιτικής, δεν κινούν συστηματικά ποινική δίωξη κατά του μικρής εκτάσεως λιανικού εμπορίου των εν λόγω ναρκωτικών.

Διάδικοι


Στην υπόθεση 289/86,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Gerechtshof του 'Αμστερνταμ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Vereniging Happy Family Rustenburgerstraat, 'Αμστερνταμ,

και

Inspecteur der Omzetbelasting, 'Αμστερνταμ,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της έκτης οδηγίας (77/388) του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, K. Bahlmann, Κ. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini

γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η Vereniging Happy Family Rustenburgerstraat, εκπροσωπούμενη από τον Kouwenhoven, δικηγόρο ειδικό επί φορολογικών υποθέσεων,

- η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Seidel και Dittrich,

- η Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Guillaume και Botte,

- το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους Jacobs και Borchardt,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Buhl και το δικηγόρο Mees,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 29ης Οκτωβρίου 1987,

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1988,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Νοεμβρίου 1986, το Gerechtshof του 'Αμστερνταμ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της έκτης οδηγίας (77/388)του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49 στο εξής: έκτη οδηγία).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η Vereniging Happy Family Rustenburgerstraat, κοινωνικο-πολιτιστική ένωση που διαχειρίζεται κέντρο νεότητας στο οποίο οι επισκέπτες μπορούν, μεταξύ άλλων, να αγοράσουν χασίς από έναν "huisdealer" (εξουσιοδοτημένο πωλητή), κατά της ολλανδικής φορολογικής αρχής η οποία επέβαλε φόρο κύκλου εργασιών στις πωλήσεις χασίς που πραγματοποιούνται στο εν λόγω κέντρο νεότητας.

3 Το χασίς είναι προϊόν παραγόμενο από την ινδική κάνναβη του οποίου η πώληση, η παράδοση ή η διανομή απαγορεύεται στις Κάτω Χώρες βάσει του ολλανδικού νόμου περί ναρκωτικών (Opiumwet). Πάντως, στις οδηγίες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής σχετικά με την πολιτική έρευνας και τη δίωξη αξιοποίνων πράξεων βάσει του εν λόγω νόμου, αναφέρονται, ιδίως όσον αφορά το λιανικό μικρεμπόριο προϊόντων με βάση την κάνναβη και τον εξουσιοδοτημένο πωλητή, τα εξής (Nederlandse Staatscourant της 18.7.1980, αριθ. 137, σ. 7):

"Εξουσιοδοτημένος πωλητής θεωρείται ο έμπορος προϊόντων με βάση την κάνναβη ο οποίος, με την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της διεύθυνσης ενός κέντρου νεότητας έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να πωλεί προϊόντα με βάση την κάνναβη στο εν λόγω κέντρο νεότητας. Ο εξουσιοδοτημένος πωλητής εμπίπτει, καταρχήν, στην ποινική διάταξη του άρθρου 11, δεύτερο εδάφιο, του νόμου περί ναρκωτικών, η οποία αφορά ιδίως τους εμπόρους ναρκωτικών που αναφέρονται στον πίνακα ΙΙ.

Κατά την έρευνα του μικρεμπορίου αυτού, το ζήτημα που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η σχετική προτεραιότητα ... σύμφωνα με το σύστημα του νόμου περί ναρκωτικών, απόλυτη προτεραιότητα παρέχεται στην έρευνα που στρέφεται κατά του εμπορίου ναρκωτικών που συνεπάγονται απαράδεκτους κινδύνους. Η μικρότερη προτεραιότητα των ερευνών κατά του μικρεμπορίου προϊόντων με βάση την κάνναβη σημαίνει στην πράξη ότι η αστυνομία καταγγέλλει στην εισαγγελία εκείνους μόνον τους μικρεμπόρους οι οποίοι εμφανίζονται δημοσίως ή κατ' άλλον προκλητικό τρόπο ως πωλητές."

4 Στην προσφυγή της κατά της επιβολής φόρου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε για τις εν λόγω πωλήσεις χασίς, η Vereniging Happy Family επικαλέστηκε ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Φεβρουαρίου 1984 (Einberger, 294/82, Συλλογή 1984, σ. 1177) κατά την οποία καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής δεν γεννάται, καταρχήν, κατά την παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών.

5 Προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά αυτή, το Gerechtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου έχει την έννοια, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 28ης Φεβρουαρίου 1984, επί της υποθέσεως 294/82, ότι δεν οφείλεται φόρος κύκλου εργασιών για την παράδοση ναρκωτικών στο εσωτερικό κράτους μέλους;

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: η απάντηση αυτή περιλαμβάνει την παράδοση κάθε είδους ναρκωτικών, ιδίως την παράδοση προϊόντων ινδικής καννάβεως;

3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως και στο δεύτερο ερώτημα: το γεγονός ότι αρμόδιες δικαστικές αρχές ακολουθούν μια ελαστική κατασταλτική πολιτική, που επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις την παράδοση προϊόντων ινδικής καννάβεως, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την ποινική δίωξη, μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική εκτίμηση για το αν οφείλεται φόρος κύκλου εργασιών κατά την παράδοση των προϊόντων αυτών;"

6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί του πρώτου ερωτήματος

7 Με το ερώτημα αυτό ερωτάται ουσιαστικά αν το άρθρο 2, περίπτωση 1, της έκτης οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν γεννάται καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών κατά την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό κράτους μέλους.

8

Πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984, ερμήνευσε το άρθρο 2, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας υπό την έννοια ότι καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής δεν γεννάται κατά την παράνομη εισαγωγή στην Κοινότητα ναρκωτικών τα οποία δεν ανήκουν στο εμπορικό κύκλωμα που τελεί υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρμόδιων αρχών με σκοπό τη χρησιμοποίηση των ναρκωτικών για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

9 Η ένωση Happy Family και η Επιτροπή θεωρούν ότι η λύση που δόθηκε με την παρατεθείσα απόφαση πρέπει να μεταφερθεί στον τομέα των συναλλαγών στο εσωτερικό της χώρας. Πράγματι, το Δικαστήριο βάσισε την απόφασή του ουσιαστικά στη σκέψη ότι τα ναρκωτικά εμπίπτουν, εξ ορισμού, στην πλήρη απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας εντός της Κοινότητας, πράγμα που αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας και την παράδοση στο εσωτερικό της χώρας των ίδιων αυτών ναρκωτικών.

10 Η ολλανδική, γαλλική και γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η παρατεθείσα απόφαση περιορίζεται στην παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών και, επομένως, δεν προδικάζει την απόφαση ως προς την παράδοση των ναρκωτικών στο εσωτερικό της χώρας, περισσότερο δε καθόσον το Δικαστήριο ανέφερε ρητά στην ίδια απόφαση ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο αυτών συναλλαγών στο οικονομικό και νομικό επίπεδο. Πράγματι, στην περίπτωση της εισαγωγής η γενεσιουργός αιτία του ΦΠΑ είναι ουσιαστικά η ίδια μεεκείνη των εισαγωγικών δασμών, ενώ η παράδοση στο εσωτερικό της χώρας είναι φορολογητέα μόνον αν γίνεται εξ επαχθούς αιτίας από υποκείμενο σε φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτή.

11 Ενόψει των διαφορετικών αυτών επιχειρημάτων, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας αναφέρει, ως πεδίο εφαρμογής του φόρου προστιθεμένης αξίας:

"1) τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτήν

2) τις εισαγωγές αγαθών."

12 Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται προεισαγωγικά να γίνει δεκτό ότι το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε το προδικαστικό του ερώτημα αποκλειστικά σε σχέση με την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που γίνεται στο εσωτερικό του εν λόγω κράτους μέλους. 'Ομως, το ζήτημα αν μια τέτοια πράξη υπόκειται στον ΦΠΑ δεν κρίθηκε ακόμη από το Δικαστήριο το οποίο, εκτός των αποφάσεων ως προς το τελωνειακό καθεστώς των εισαγόμενων λαθραίως ναρκωτικών, είχε την ευκαιρία να αποφανθεί, με την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984, μόνον επί της ερμηνείας του άρθρου 2, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας σχετικά με την παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών στην Κοινότητα. Με την απόφαση αυτή, το ζήτημα των παράνομων παραδόσεων στο εσωτερικό της χώρας δεν είχε επιλυθεί.

13 Ελλείψει ρητών διατάξεων της οδηγίας επί του σημείου αυτού, τίθεται καταρχάς το ζήτημα αν η παράνομη παράδοση ναρκωτικών στο εσωτερικό της χώρας συνιστά ή όχι φορολογητέα πράξη ή αν η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί ως παρέχουσα στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αποφασίζουν σχετικά.

14 Επ' αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο με την παρατεθείσα απόφαση σχετικά με τις εισαγωγές ναρκωτικών, η οδηγία δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι αφήνει το ζήτημα αυτό εκτός του πεδίου εφαρμογής της. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν ασυμβίβαστη με το σκοπό που επιδιώκει η οδηγία, δηλαδή την ευρεία εναρμόνιση στον τομέα αυτό και ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του φόρου προστιθεμένης αξίας.

15 Πρέπει εν συνεχεία να εξεταστεί αν η έκτη οδηγία, ενόψει του όλου περιεχομένου της και των στόχων της, εμποδίζει την επιβολή ΦΠΑ επί των ναρκωτικών επ' ευκαιρία της παράνομης παραδόσεώς τους στο εσωτερικό της χώρας.

16 Επιβάλλεται σχετικά η διαπίστωση ότι η έκτη οδηγία βασίζεται στα άρθρα 99 και 100 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι έχει ως στόχο την εναρμόνιση ή την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών ως προς τους φόρους κύκλου εργασιών "προς το συμφέρον της κοινής αγοράς". Κατά την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της έκτης οδηγίας, η θέσπιση ενός κοινού συστήματος ΦΠΑ πρέπει να συμβάλλει στην πραγματική ελευθέρωση της κυκλοφορίας των προσώπων, των αγαθών, των υπηρεσιών, τωνκεφαλαίων, καθώς και στην αλληλοδιείσδυση των οικονομιών και στην πραγματοποίηση μιας κοινής αγοράς με υγιείς όρους ανταγωνισμού και χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα με εκείνα μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς.

17 Εφόσον όμως αναγνωρίζεται γενικά το επιβλαβές των ναρκωτικών, η εμπορία τους απαγορεύεται σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το αυστηρώς ελεγχόμενο εμπόριο με σκοπό τη χρησιμοποίηση των ναρκωτικών για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς. 'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984, σχετικά με την παράνομη εισαγωγή τους στην Κοινότητα, ότι για τα προϊόντα αυτά ισχύει εξ ορισμού πλήρης απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας στην Κοινότητα. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι τα προϊόντα αυτά, που η ένταξή τους στο οικονομικό και εμπορικό κύκλωμα της Κοινότητας απαγορεύεται απολύτως και που η παράνομη εισαγωγή τους μπορεί μόνο να προκαλέσει τη λήψη κατασταλτικών μέτρων, δεν έχουν καμία σχέση με τις διατάξεις της έκτης οδηγίας σχετικά με τον καθορισμό της βάσης επιβολής του φόρου και, επομένως, με τις διατάξεις που αφορούν τη γένεση οφειλής φόρου κύκλου εργασιών.

18 Η συλλογιστική αυτή ισχύει επίσης για την επιβολή ΦΠΑ κατά την παράδοση στο εσωτερικό της χώρας. Πράγματι, η παράνομη κυκλοφορία ναρκωτικών στο εσωτερικό της χώρας, η οποία επίσης δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τη λήψη κατασταλτικών μέτρων, είναι εξίσου άσχετη προς τους σκοπούς της έκτης οδηγίας και, συνεπώς, με τη γένεση οφειλής φόρου κύκλου εργασιών, όπως και η παράνομη εισαγωγή των ίδιων ναρκωτικών.

19 'Οσον αφορά την αντίθετη άποψη που ανέπτυξαν οι τρεις κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην υπόθεση αυτή, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η άποψη αυτή φαίνεται να υπαγορεύθηκε από το φόβο ότι θα είναι αδύνατο να οριοθετηθεί η σχετική με την παράνομη εμπορία ναρκωτικων νομολογία από άλλες παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες ώστε, από την ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση του παράνομου εμπορίου γενικά, να παραβιάζεται η αρχή της ουδετερότητας του φόρου στο σύστημα του ΦΠΑ.

20 Πρέπει σχετικά να γίνει δεκτό ότι η αρχή της ουδετερότητας του φόρου εμποδίζει πραγματικά, όσον αφορά την επιβολή ΦΠΑ, τη γενίκευση της αντιδιαστολής μεταξύ των νόμιμων και παράνομων συναλλαγών. Αυτό πάντως δεν αληθεύει όσον αφορά την παράδοση προϊόντων όπως είναι τα ναρκωτικά τα οποία εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά καθόσον, από την ίδια τους τη φύση, εμπίπτουν στην πλήρη απαγόρευση θέσεως σε κυκλοφορία σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το αυστηρώς επιβλεπόμενο εμπορικό κύκλωμα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια ειδική κατάσταση όπου αποκλείεται κάθε ανταγωνισμός μεταξύ ενός νόμιμου και ενός παράνομου οικονομικού τομέα, η μη υπαγωγή στον ΦΠΑ δεν μπορεί να θίγει την αρχή της ουδετερότητας του φόρου.

21 Για τον ίδιο αυτό λόγο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίθετο επιχείρημα που οι τρεις κυβερνήσεις αντλούν, στην αλληλουχία αυτή, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας και κατά το οποίο υπόκειται σε ΦΠΑ κάθε οικονομική δραστηριότητα "ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου σκοπού ή των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας αυτής". Πράγματι, μολονότι η διάταξη της οποίας γίνεται επίκληση, ορίζοντας την έννοια του υποκειμένου στο φόρο, καλύπτει γενικά τις οικονομικές δραστηριότητες χωρίς να διακρίνει μεταξύ νόμιμων και παράνομων δραστηριοτήτων, εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό δεν ασκεί επιρροή ως προς το φορολογικό καθεστώς των ναρκωτικών, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά αποκλείονται ήδη από το πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, που ορίζεται με το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας.

22 Προστίθεται ότι η διαπίστωση αυτή δεν θίγει καθόλου την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διώκουν τις παραβάσεις της νομοθεσίας τους περί ναρκωτικών και να επιβάλλουν τις προσήκουσες κυρώσεις, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγονται οι κυρώσεις αυτές, ακόμη και χρηματικής φύσεως.

23 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, περίπτωση 1, της έκτης οδηγίας έχει την έννοια ότι δεν γεννάται καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών κατά την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που πραγματοποιείται δυνάμει επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας, καθόσον τα προϊόντα αυτά δεν ανήκουν στο εμπορικό κύκλωμα που τελεί υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρμόδιων αρχών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

24 Με τα ερωτήματα αυτά ερωτάται ουσιαστικά αν ο κανόνας περί μη επιβολής ΦΠΑ εφαρμόζεται επίσης στην παράνομη παράδοση ναρκωτικών που παράγονται από ινδική κάνναβη, ακόμη και στην ειδική περίπτωση κατά την οποία οι αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο μιας επιλεκτικής κατασταλτικής πολιτικής, δεν κινούν συστηματικά ποινική δίωξη κατά του μικρής εκτάσεως λιανικού εμπορίου των εν λόγω ναρκωτικών.

25 Επ' αυτού, πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά τα ναρκωτικά που παράγονται από την ινδική κάνναβη, όπως προκύπτει από το φάκελο, έστω και αν χαρακτηρίζονται σε ορισμένα κράτη μέλη ως "ήπια ναρκωτικά", προβλέπεται από το νόμο η πλήρης απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας τους στην Κοινότητα. Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι το είδος αυτό του ναρκωτικού περιλαμβάνεται μεταξύ των ουσιών των οποίων ιδίως η εισαγωγή και εμπορία πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς, όπως προκύπτει από την ενιαία Σύμβαση περί ναρκωτικών του 1961 ((Recueil des traites des Nations unies (Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών), 520, αριθ. 7515)), στην οποία όλα τα κράτη μέλη είναι σήμερα συμβαλλόμενα μέρη.

26 Επομένως, η απάντηση που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα καλύπτει επίσης τα ναρκωτικά που παράγονται από ινδική κάνναβη.

27 'Οσον αφορά το ζήτημα αν επιβάλλεται διαφορετική λύση όταν, όπως εν προκειμένω, οι αρχές κράτους μέλους αποφεύγουν, σε ειδικές περιπτώσεις, να ασκήσουν δίωξη κατά του μικρής εκτάσεως λιανικού εμπορίου των εν λόγω ναρκωτικών, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σε παρόμοια περίπτωση, πρόκειται για εμπορική συναλλαγή η οποία δεν είναι παράνομη από τη φύση της. Πράγματι, οι αρμόδιες αρχές, εφόσον παραιτούνται από την ποινική καταστολή, ανέχονται τη συναλλαγή αυτή, πράγμα που ισοδυναμεί στην πράξη με νομιμοποίησή της. 'Ομως, δεν δικαιολογείται μια τέτοια εμπορική συναλλαγή να μην υπόκειται στον ΦΠΑ.

28 Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η πώληση ναρκωτικών που παράγονται από ινδική κάνναβη δεν είναι αντικείμενο, υπό ορισμένες περιστάσεις, συστηματικών ποινικών διώξεων, η συναλλαγή αυτή εξακολουθεί να απαγορεύεται από το νόμο. Ο παράνομος αυτός χαρακτήρας δεν εξαλείφεται από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές, στη φροντίδα τους να καταστήσουν αποτελεσματική την ποινική καταστολή, παρέχουν ορισμένη προτεραιότητα στην καταστολή άλλων αδικημάτων τα οποία θεωρούνται ως περισσότερο επικίνδυνα. Σε μια τέτοια πολιτική μεταφράζεται η αναγνωριζόμενη στις Κάτω Χώρες αρχή του ποινικού δικαίου ότι η εισαγγελική αρχή δεν υποχρεούται να ασκεί ποινική δίωξη για όλα τα αδικήματα που περιέρχονται σε γνώση της, αλλά μπορεί, στον εν λόγω τομέα, να ενεργεί σύμφωνα με κριτήρια σκοπιμότητας.

29 Σχετικά, πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι η πλήρης απαγόρευση εμπορίας των εν λόγω ναρκωτικών δεν θίγεται από το γεγονός ότι οι εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της απαγόρευσης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες προφανώς δυνατότητες μέσων και προσωπικού και στην προσπάθειά τους να συγκεντρώσουν τις δυνατότητες που διαθέτουν στον αγώνα κατά των ναρκωτικών, δεν δίνουν άμεση προτεραιότητα στην καταστολή μιας ορισμένης μορφής εμπορίου ναρκωτικών επειδή θεωρούν άλλες μορφές ως περισσότερο επικίνδυνες. Μια τέτοια προσέγγιση ουδόλως μπορεί να εξομοιώσει την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών προς το αυστηρώς επιτηρούμενο από τις αρμόδιες αρχές κύκλωμα εμπορίας στον ιατρικό και επιστημονικό τομέα. Πράγματι, η τελευταία αυτή μορφή εμπορίας είναι νόμιμη, ενώ η απαγορευόμενη διακίνηση, ακόμα και αν γίνεται ανεκτή εντός ορισμένων ορίων, εξακολουθεί να παραμένει παράνομη, οι δε αστυνομικές αρχές μπορούν ανά πάσα στιγμή να επέμβουν όταν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι αυτό επιβάλλεται.

30 Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι θα διακυβευόταν η εναρμόνιση που έχει επιτευχθεί σε κοινοτικό επίπεδο του συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας αν το πεδίο εφαρμογής του φόρου αυτού, σε σχέση με μια παράνομη συναλλαγή, εξαρτιόταν από τον τρόπο που εφαρμόζεται στην πράξη ή καταστολή στο ένα ή άλλο κράτος μέλος, μολονότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν αμφισβητεί την καταρχήν αναγνωρισμένη απαγόρευση αυτού του είδους των συναλλαγών.

31 Επομένως, στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας περί μη επιβολής ΦΠΑ εφαρμόζεται επίσης στην παράνομη παράδοση ναρκωτικών που παράγονται από ινδική κάνναβη, ακόμη και αν οι αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο επιλεκτικής κατασταλτικής πολιτικής, δεν κινούν συστηματικά ποινική δίωξη κατά του μικρής εκτάσεως λιανικού εμπορίου των εν λόγω ναρκωτικών.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Hoge Raad των Κάτω Χωρών, με απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1986, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, έχει την έννοια ότι δεν γεννάται καμία οφειλή φόρου κύκλου εργασιών κατά την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που πραγματοποιείται δυνάμει επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας, καθόσον τα προϊόντα αυτά δεν ανήκουν στο εμπορικό κύκλωμα που τελεί υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρμόδιων αρχών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς.

2) Το ίδιο ισχύει και για την παράνομη παράδοση ναρκωτικών που παράγονται από ινδική κάνναβη, ακόμη και αν οι αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο επιλεκτικής κατασταλτικής πολιτικής, δεν κινούν συστηματικά ποινική δίωξη κατά του μικρής εκτάσεως λιανικού εμπορίου των εν λόγω ναρκωτικών.