Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

References to this case

Share

Highlight in text

Go

Avis juridique important

|

61991J0101

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 19ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1993. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΠΑΡΑΒΑΣΗ - ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-101/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-00191


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε η παράβαση * Προθεσμία εκτελέσεως

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 171)

2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε η παράβαση * Αποτελέσματα * Υποχρεώσεις των αρχών του ηττηθέντος κράτους μέλους * Υποχρέωση διασφαλίσεως της εφαρμογής της αποφάσεως * 'Εκταση * Θέσπιση μέτρων που σκοπούν στη συνέχιση της παραβάσεως * Δεν επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 5 και 171)

Περίληψη


1. Η άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί η εκτέλεση αποφάσεως με την οποία αναγνωρίστηκε η παράβαση κράτους μέλους να αρχίσει αμέσως και να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατό.

2. Η διαπίστωση από το Δικαστήριο ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις κοινοτικές του υποχρεώσεις συνεπάγεται για τις αρχές αυτού του κράτους μέλους * δικαστικές και διοικητικές *, αφενός μεν, την αυτοδίκαιη απαγόρευση εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως που δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου δε, την υποχρέωση θεσπίσεως κάθε διατάξεως που είναι αναγκαία για την πλήρη υλοποίηση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου.

Το γεγονός ότι κράτος μέλος, αντί να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε παράβαση εκ μέρους του, θέσπισε διατάξεις με τις οποίες σκοπείται ειδικά η παράταση της ισχύος της ρυθμίσεως που συνιστά την εν λόγω παράβαση, συνιστά κατάφωρη και ανεπίτρεπτη παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης να απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης και θίγει μέχρι των ουσιωδών θεμελίων της την κοινοτική έννομη τάξη.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-101/91,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Daniel Calleja y Crespo και Lucio Gussetti, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

προσφεύγουσα,

κατά

Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1989, στην υπόθεση 203/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 371), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velascο και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann

γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Οκτωβρίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1989, στην υπόθεση 203/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 371), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.

2 Το Συμβούλιο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών * Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), εξουσιοδότησε, με την απόφαση 81/890/ΕΟΚ της 3ης Νοεμβρίου 1981 (ΕΕ L 322, σ. 40), την Ιταλική Δημοκρατία να απαλλάσσει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1981, ορισμένες εργασίες από τον φόρο προστιθεμένης αξίας, με επιστροφή των φόρων που καταβλήθηκαν στο προηγούμενο στάδιο, στο πλαίσιο των ενισχύσεων υπέρ των σεισμοπλήκτων στον Νότο της Ιταλικής Δημοκρατίας.

3 Το Συμβούλιο παρέτεινε εν συνεχεία την εξουσιοδότηση αυτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1983. Με ετήσια νομοθετικά διατάγματα και με τον νόμο 12 της 21ης Ιανουαρίου 1988, η Ιταλική Δημοκρατία διατήρησε εντούτοις την εν λόγω απαλλαγή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988.

4 Κατόπιν ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, με την προαναφερθείσα απόφαση 203/87, ότι η Ιταλική Δημοκρατία, χορηγώντας, για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1984 και 31ης Δεκεμβρίου 1988, απαλλαγή από τον φόρο προστιθεμένης αξίας, με επιστροφή των φόρων που καταβλήθηκαν στο προηγούμενο στάδιο, για ορισμένες εργασίες που έγιναν υπέρ των θυμάτων του σεισμού στην Καμπανία και στη Basilicata, παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 2 της προαναφερθείσας έκτης οδηγίας.

5 Οι ιταλικές αρχές εντούτοις παρέτειναν κατ' επανάληψη την ισχύ της επίμαχης ρύθμισης περί απαλλαγής, καταρχάς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1989 και κατόπιν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992.

6 Από τις 30 Μαΐου 1989 η Επιτροπή είχε επισημάνει στην Ιταλική Δημοκρατία τη μη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου 203/87, την οποία μη εκτέλεση θεωρούσε αντίθετη προς το άρθρο 171 της Συνθήκης.

7 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν την πληροφόρησε για τη θέσπιση διατάξεων με τις οποίες θα καθίστατο η ιταλική νομοθεσία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφο οχλήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 1989, την Ιταλική Δημοκρατία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης, να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της επί της απόψεως της Επιτροπής.

8 Με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 1990, η Ιταλική Δημοκρατία επιβεβαίωσε στην Επιτροπή τη διατήρηση της επίμαχης ρυθμίσεως περί απαλλαγής, προβάλλοντας ορισμένα επιχειρήματα τα οποία δεν μπόρεσαν να μεταβάλουν την άποψη της Επιτροπής.

9 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κοινοποίησε, στις 2 Ιουλίου 1990, στην Ιταλική Δημοκρατία την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης και καλώντας την να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης.

10 Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη αυτή γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.

11 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται κατωτέρω μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

12 Η Επιτροπή προβάλλει ότι όχι μόνο από πολλού χρόνου είχε λήξει η προθεσμία που διέθετε η Ιταλική Δημοκρατία για να συμμορφωθεί προς την προαναφερθείσα απόφαση 203/87, αλλά επιπλέον το εν λόγω κράτος μέλος έλαβε ειδικά μέτρα προς παράταση της παραβάσεως αντί της εξαλείψεώς της σύμφωνα με την απόφαση. Η ενέργεια αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 171 της Συνθήκης και συνιστά ταυτοχρόνως σοβαρή παράβαση του γενικού καθήκοντος συνεργασίας που υπέχει αυτό το κράτος μέλος από το άρθρο 5 της Συνθήκης.

13 Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι η ρύθμιση περί φορολογικής απαλλαγής που εφαρμοζόταν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 είναι η ίδια με αυτήν επί της οποίας αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση 203/87. Πάντως, το διατακτικό της αποφάσεως περιόρισε τα αποτελέσματά του ως προς την εφαρμογή της επίμαχης ρυθμίσεως περί απαλλαγής για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1984 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης περιόδου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση της υποχρεώσεως εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής κατά την έννοια του άρθρου 171.

14 Η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το διατακτικό της αποφάσεως 203/87 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του σκεπτικού στο οποίο κατ' ανάγκη στηρίζεται. Στη σκέψη 10 της αποφάσεως αυτής δεν διατυπώνεται κανένας χρονικός περιορισμός σχετικά με την αναγνώριση της παραβάσεως, αλλά, αντιθέτως, διευκρινίζεται σαφώς ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 2 της προαναφερθείσας οδηγίας, επειδή παρέτεινε, χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το Συμβούλιο, την ισχύ της εν λόγω ρύθμισης περί φορολογικής απαλλαγής πέραν της ημερομηνίας λήξεως της προσωρινής παρεκκλίσεως την οποία είχε ορίσει το Συμβούλιο στις 31 Δεκεμβρίου 1983.

15 Η διατήρηση της εν λόγω φορολογικής απαλλαγής μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1988 συνιστά επομένως συνέχιση της αρχικής παραβάσεως την οποία διέπραξε η Ιταλική Δημοκρατία από την 1η Ιανουαρίου 1984 σε σχέση με το άρθρο 2 της προαναφερθείσας οδηγίας, την οποία παράβαση το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη με την απόφαση 203/87.

16 Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει εξάλλου ότι η επίμαχη ρύθμιση απαλλαγής, η οποία θεσπίστηκε για τα έργα ανασυγκροτήσεως των περιοχών που είχαν πληγεί, δεν μπορεί να συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον είναι δυνατό να εμπίπτει στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συνθήκης, κατά το οποίο συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες και στις οποίες εντάσσεται η εν λόγω ρύθμιση περί απαλλαγής.

17 Η Επιτροπή απαντά ότι το επιχείρημα αυτό συνιστά ανεπίτρεπτη προσπάθεια ανακινήσεως ενός ζητήματος επί του οποίου η συζήτηση έκλεισε ήδη με την προαναφερθείσα απόφαση 203/87, η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου και η οποία δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα αυτό που η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε οψίμως.

18 Αρκεί συναφώς να διαπιστωθεί ότι η συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως οριοθετείται πράγματι από την προαναφερθείσα απόφαση 203/87 και ότι η παρούσα προσφυγή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αμφισβητηθεί ό,τι έχει τελεσιδίκως κριθεί.

19 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση.

20 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. ιδίως την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1992, C-328/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1992, σ. Ι-425, σκέψη 6), μολονότι το άρθρο 171 της Συνθήκης δεν ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται ότι κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, το συμφέρον που συνδέεται με την άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί η εκτέλεση αυτή να αρχίσει αμέσως και να λήξει εντός των συντομοτέρων δυνατών προθεσμιών.

21 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως 203/87, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.

22 Το Δικαστήριο τονίζει επιπροσθέτως ότι η παρούσα παράβαση συντελέστηκε όχι μόνον με την παράλειψη θεσπίσεως ορισμένων μέτρων για να συμμορφωθεί το εν λόγω κράτος προς την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά με τη θέσπιση ακριβώς ειδικών μέτρων για την παράταση μιας ρυθμίσεως περί φορολογικής απαλλαγής που κρίθηκε αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο με απόφαση του Δικαστηρίου έχουσα ισχύ δεδικασμένου.

23 Η συμπεριφορά αυτή συνιστά, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, κατάφωρη και ανεπίτρεπτη παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης να απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης και, εξ αυτού και μόνο, θίγει μέχρι των ουσιωδών θεμελίων της την κοινοτική έννομη τάξη.

24 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις κοινοτικές του υποχρεώσεις συνεπάγεται για τις αρχές αυτού του κράτους μέλους * δικαστικές και διοικητικές *, αφενός μεν, την αυτοδίκαιη απαγόρευση εφαρμογής της ρυθμίσεως περί φορολογικής απαλλαγής που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, αφετέρου δε, την υποχρέωση θεσπίσεως κάθε διατάξεως που είναι αναγκαία για την πλήρη υλοποίηση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1972, 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1972, σ. 85, σκέψη 7, και της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo, Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψη 33).

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1989 (203/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.