Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

References to this case

Share

Highlight in text

Go

Avis juridique important

|

61999J0267

Απόϕαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 11ης Οκτωβρίου 2001. - Christiane Adam, σύζυγος Urbing κατά Administration de l'enregistrement et des domaines. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποϕάσεως: Tribunal d'arrondissement de Λουξεμβούργο - Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. - Έκτη οδηγία ΦΠΑ - Έννοια του ελευθερίου επαγγέλματος - Διαχειριστής κτιρίων υπό συγκυριότητα. - Υπόθεση C-267/99.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-07467


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1. ροδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Ερωτήματα προδήλως άσχετα και ερωτήματα υποθετικής φύσεως, υποβαλλόμενα υπό συνθήκες που αποκλείουν μια λυσιτελή απάντηση - Ερωτήματα άσχετα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης

(Άρθρο 234 ΕΚ)

2. ροδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Ερμηνεία που ζητείται λόγω της χρησιμοποιήσεως όρου που περιέχεται σε διάταξη κοινοτικού δικαίου από νομοθεσία που εκδόθηκε ενόψει μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά υπό συνθήκες διαφορετικές από αυτές που προβλέπει η αντίστοιχη κοινοτική διάταξη - Αρμοδιότητα για την παροχή της ερμηνείας αυτής

(Άρθρο 234 ΕΚ)

3. Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας - Ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόσουν μειωμένο συντελεστή - Άσκηση - Όρια - Σεβασμός της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας

(Οδηγία 77/388 του Συμβουλίου, άρθρα 12 § 4 και 28 § 2, στοιχ. ε_)

4. Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας - Απαλλαγές που προβλέπει η έκτη οδηγία - Ελευθέρια επαγγέλματα κατά το σημείο 2 του παραρτήματος ΣΤ - Έννοια - Κριτήρια - Δραστηριότητα του διαχειριστή ακινήτων υπό συνιδιοκτησία - Εκτίμηση από τον εθνικό δικαστή

(Οδηγία 77/388 του Συμβουλίου, άρθρο 28 § 3β, και παράρτημα ΣΤ, σημ. 2)

Περίληψη


1. Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει.

Εντούτοις, σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.

( βλ. σκέψεις 23-24 )

2. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου όταν η εθνική νομοθεσία έχει εναρμονίσει τις λύσεις που προβλέπει για για κάποια εσωτερική κατάσταση με αυτές που γίνονται δεκτές στο κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να εφαρμόζεται ενιαία διαδικασία σε παρόμοιες καταστάσεις. ράγματι υπάρχει αναμφισβήτητο κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών έχουν ληφθεί από το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις. Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις η εθνική νομοθεσία που χρησιμοποιεί έννοια η οποία περιέχεται σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, εκδόθηκε ενόψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας στην οποία ανήκει η διάταξη αυτή.

Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός ότι η έννοια κοινοτικού δικαίου, της οποίας ζητείται η ερμηνεία πρόκειται να εφαρμοστεί, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, υπό συνθήκες διαφορετικές των προβλεπομένων από την αντίστοιχη κοινοτική διάταξη, δεν αποκλείει κάθε σχέση μεταξύ της ζητουμένης ερμηνείας και του αντικειμένου της κύριας δίκης.

( βλ. σκέψεις 27-29 )

3. Στο κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να προσδιορίσει και να ορίσει τις πράξεις που μπορούσαν να υπαχθούν σε μειωμένο συντελεστή φόρου προστιθεμένης αξίας βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 4, της έκτης οδηγίας 77/388, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, και βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, της οδηγίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση της οδηγίας 77/388 (προσέγγιση των συντελεστών ΦΑ), από 1ης Ιανουαρίου 1993, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή της ουδετερότητας του ΦΑ.

Η αρχή αυτή δεν επιτρέπει μεταξύ άλλων να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από πλευράς φόρου προστιθεμένης αξίας εμπορεύματα ή υπηρεσίες παρόμοια, δηλαδή ανταγωνιστικά τα μεν με τα δε, οπότε τα εν λόγω εμπορεύματα ή οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να υπόκεινται σε ενιαίο συντελεστή.

( βλ. σκέψεις 36, 41 )

4. Το παράρτημα ΣΤ της έκτης οδηγίας 77/388, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών, προβλέπει τον κατάλογο των πράξεων που απαλλάσσονται από τον φόρο προστιθεμένης αξίας βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 3, β_ της οδηγίας. Τα ελευθέρια επαγγέλματα που μνημονεύονται στο σημείο 2 του παραρτήματος αυτού είναι δραστηριότητες που παρουσιάζουν έντονο πνευματικό χαρακτήρα, απαιτούν υψηλού επιπέδου προσόντα και συνήθως υπόκεινται σε συγκεκριμένη και αυστηρή επαγγελματική ρύθμιση. Κατά την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας το προσωπικό στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία, η δε άσκηση αυτή προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει μεγάλη αυτονομία στη διενέργεια επαγγελματικών πράξεων. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν, βάσει αυτών των κριτηρίων, η δραστηριότητα του διαχειριστή ακινήτων υπό συγκυριότητα, όπως προβλέπεται από την σχετική εθνική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως συνιστώσα ελευθέριο επάγγελμα.

( βλ. σκέψεις 39-41 )

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-267/99,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal d'arrondissement de Luxembourg (Λουξεμβούργο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Christiane Adam, σύζυγος Urbing,

και

Administration de l'enregistrement et des domaines,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους N. Colneric πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή (εισηγητή) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η Urbing-Adam, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο F. Entringer,

- η Administration de l'enregistrement et des domaines, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο A. Kronshagen,

- η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Molde,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa και G. Berscheid,

έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2001,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1999 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Ιουλίου 1999, το Tribunal d'arrondissement de Luxembourg υπέβαλε, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, στο εξής: έκτη οδηγία).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της C. Urbing-Adam, διαχειριστή κτιρίων το επάγγελμα, και της Administration de l'enregistrement et des domaines luxembourgeoise (στο εξής: εφορία) σχετικά με τον συντελεστή του φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΑ) που πρέπει να εφαρμοστεί στις πράξεις τις οποίες διενήργησε η C. Urbing-Adam στο πλαίσιο του επαγγέλματός της κατά τα οικονομικά έτη 1991 έως 1994.

Το νομοθετικό πλαίσιο

Η έκτη οδηγία

Οι διατάξεις της έκτης οδηγίας που αναφέρονται στο «ελευθέριο επάγγελμα»

3 Το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο β_, της έκτης οδηγίας ορίζει ότι κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη μπορούν «να συνεχίσουν να απαλλάσσουν τις απαριθμούμενες στο παράρτημα ΣΤ πράξεις υπό τις υφιστάμενες στο κράτος μέλος προϋποθέσεις».

4 Το παράρτημα ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας αναφέρεται στην έννοια του ελευθερίου επαγγέλματος. Η διάταξη αυτή είναι η ακόλουθη:

«παροχές υπηρεσιών συγγραφέων, καλλιτεχνών και ερμηνευτών έργων τέχνης, δικηγόρων και λοιπών ελευθέρων επαγγελματιών, εξαιρέσει των ιατρικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων, εφόσον δεν πρόκειται περί των παροχών υπηρεσιών των αναφερομένων στο παράρτημα Β της δευτέρας οδηγίας του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 1967».

Οι διάταξεις της έκτης οδηγίας που αφορούν τους συντελεστές

5 Όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, το άρθρο 12 της έκτης οδηγίας που διέπει τους συντελεστές, όριζε στην παράγραφο 4:

«Ορισμένες παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών , είναι δυνατό να υποβάλλονται σε αυξημένους ή μειωμένους συντελεστές. Κάθε μειωμένος συντελεστής καθορίζεται κατά τρόπο ώστε το ποσό του φόρου προστιθεμένης αξίας που προκύπτει από την εφαρμογή του συντελεστού αυτού, να επιτρέπει, υπό κανονικές συνθήκες, να εκπίπτεται το σύνολο του φόρου προστιθεμένης αξίας, του οποίου επιτρέπεται η έκπτωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17.»

6 Η οδηγία 92/77/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση της οδηγίας 77/388 (προσέγγιση των συντελεστών ΦΑ) (ΕΕ L 316, σ. 1), που έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 το αργότερο, κατάργησε την πρώτη περίοδο του άρθρου 12, παράγραφος 4, της έκτης οδηγίας, τροποποίησε το άρθρο 28, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας και πρόσθεσε σ' αυτήν το παράρτημα Η.

7 Το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, της έκτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77, που είναι η κρίσιμη διάταξη εν προκειμένω, ορίζει:

«Τα κράτη μέλη που την 1η Ιανουαρίου 1991 εφάρμοζαν μειωμένο συντελεστή στην παράδοση αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών πλην αυτών που προβλέπονται στο παράρτημα Η, δύνανται να εφαρμόσουν σ' αυτές τις περιπτώσεις το μειωμένο συντελεστή ή έναν από τους δύο μειωμένους συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 3, υπό τον όρο ότι ο συντελεστής αυτός δεν θα είναι μικρότερος του δώδεκα στα εκατό (12 %).»

8 Το εν λόγω παράρτημα Η που περιέχει τον πίνακα των παραδόσεων αγαθών και παροχών υπηρεσιών που μπορούν να υπόκεινται σε μειωμένους συντελεστές ΦΑ δεν αναφέρει τα ελευθέρια επαγγέλματα.

Το εθνικό δίκαιο

Η εθνική ρύθμιση περί ΦΑ

9 ριν την 1η Ιανουαρίου 1999, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εφάρμοζε μειωμένο συντελεστή ΦΑ 6 % για τα ελευθέρια επαγγέλματα.

10 Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 40, σημείο 4, στοιχείο b, του νόμου της 5ης Αυγούστου 1969, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τον νόμο της 12ης Φεβρουαρίου 1979 (στο εξής: νόμος περί ΦΑ), ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται, εντός των ορίων και υπό τους όρους που θα καθορισθούν με κανονισμό, στις υπηρεσίες που συνιστούν άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος.

11 Το άρθρο 4 του κανονισμού της 7ης Μαρτίου 1980, περί καθορισμού των ορίων και προϋποθέσεων εφαρμογής του μειωμένου συντελεστή ΦΑ ορίζει ότι οι υπηρεσίες που συνιστούν άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, κατά την έννοια του άρθρου 40, σημείο 4, στοιχείο β_, είναι αυτές που παρέχονται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του δικηγόρου, του συμβολαιογράφου, του δικαστικού επιμελητή, του διαχειριστή περιουσίας, του μηχανικού, του αρχιτέκτονα, του εκτιμητή έργων, του τεχνικού, του χημικού, του εφευρέτη, του εμπειρογνώμονα, του λογιστή, του κτηνιάτρου, του δημοσιογράφου, του ανταποκριτή-φωτογράφου, του διερμηνέα, του μεταφραστή και άλλων παρομοίων δραστηριοτήτων, είτε αυτές ασκούνται κυρίως είτε δευτερευόντως από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

12 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, συμμορφούμενο προς τη σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που προαναφέρθηκε στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, καθόρισε, από 1ης Ιανουαρίου 1993, μειωμένο συντελεστή ΦΑ, καλούμενο «ενδιάμεσο συντελεστή», 12 % για τα ελευθέρια επαγγέλματα.

13 Συγκεκριμένα, το άρθρο 40, σημείο 3, του νόμου περί ΦΑ, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο περί προϋπολογισμού της 20ής Δεκεμβρίου 1991, προβλέπει ότι ο ενδιάμεσος συντελεστής 12 % εφαρμόζεται στα αγαθά και στις υπηρεσίες του παραρτήματος C του εν λόγω νόμου. Το παράρτημα C μνημονεύει, στο σημείο 8, τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος.

14 Το άρθρο 7, σημείο 1, του λουξεμβουργιανού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1991, περί καθορισμού των ορίων και προϋποθέσεων εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών και του ενδιαμέσου συντελεστή του φόρου προστιθεμένης αξίας ορίζει τις υπηρεσίες που συνιστούν άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος και μνημονεύονται στο παράρτημα C, σημείο 8, του νόμου περί ΦΑ, όπως έχει τροποιηθεί με την ίδια διατύπωση όπως και το άρθρο 4 του λουξεμβουργιανού κανονισμού της 7ης Μαρτίου 1980.

Η εθνική νομοθεσία η σχετική με τη δραστηριότητα του διαχειριστή

15 Σύμφωνα με τον νόμο της 16ης Μα_ου 1975, περί καθεστώτος συγκυριότητας των κτιρίων, όπως έχει τροποποιηθεί, το σύνολο των συγκυρίων ενός κτιρίου ή ενός συγκροτήματος κτιρίων, η κυριότητα των οποίων ανήκει σε πλείονα πρόσωπα και δη κατά ένα τμήμα αποκλειστικής κυριότητας και ένα μερίδιο των κοινοχρήστων τμημάτων, απαρτίζει κατ' ανάγκη την ομάδα, η οποία είναι και ο νόμιμος εκπρόσωπος του συνόλου και έχει νομική προσωπικότητα.

16 Σύμφωνα με τις διατάξεις του λουξεμβουργιανού κανονισμού της 13ης Ιουνίου 1975, περί των μέτρων εφαρμογής του νόμου περί συγκυριότητας, ο διαχειριστής ορίζεται από τη γενική συνέλευση των συγκυρίων και τα καθήκοντά του μπορεί να αναλάβει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ο διαχειριστής οφείλει να φροντίζει για την εκτέλεση των διατάξεων του κανονισμού περί συγκυριότητας και των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Διαχειρίζεται το κτίριο, φροντίζει για τη συντήρηση, την ασφάλεια και την καθαριότητά του. Σε επείγουσες περιπτώσεις, φροντίζει με δική του πρωτοβουλία για την εκτέλεση όλων των εργασιών που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση του κτιρίου. Ο διαχειριστής εκπροσωπεί την ομάδα στις αστικές πράξεις και ενώπιον των δικαστηρίων, κατ' αρχήν με εξουσιοδότηση της συνέλευσης.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17 Η C. Urbing-Adam, θεωρώντας ότι η επαγγελματική δραστηριότητά της συνιστά ελευθέριο επάγγελμα, κατήρτισε τις οικείες δηλώσεις ΦΑ για τα έτη 1991 και 1992 με βάση τον μειωμένο συντελεστή 6 % και τις δηλώσεις για τα έτη 1993 και 1994 βάσει του ενδιαμέσου συντελεστή 12 %. Η εφορία θεώρησε ότι η δραστηριότητα της C. Urbing-Adam δεν είναι δραστηριότητα «διαχειριστή περιουσίας» και συνεπώς δεν συνιστά άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος αλλά εμπορική δραστηριότητα, εξέδωσε διορθωτική πράξη φορολογίας και εφάρμοσε τον συνήθη συντελεστή ΦΑ, δηλαδή 15 % στις εν λόγω πράξεις.

18 Η C. Urbing-Adam άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal d'arrondissement. Υπογράμμισε την αυτονομία την οποία η λουξεμβουργιανή ρύθμιση αναγνωρίζει στον διαχειριστή κτιρίων κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του και υποστήριξε ότι ασκεί ελευθέριο επάγγελμα κατά την έννοια των άρθρων 4 και 7 των λουξεμβουργιανών κανονισμών της 7ης Μαρτίου 1980 και της 21ης Δεκεμβρίου 1991, αντιστοίχως. Υποστήριξε ότι υπό την ιδιότητα αυτή δικαιούται τον μειωμένο συντελεστή για τα έτη 1991 και 1992, βάσει του άρθρου 40, σημείο 4, στοιχείο b, του νόμου περί ΦΑ και τον ενδιάμεσο συντελεστή για τα έτη 1993 και 1994, δυνάμει του άρθρου 40, σημείο 3 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο περί προϋπολογισμού, της 20ής Δεκεμβρίου 1991.

19 Η εφορία αντιθέτως αρνήθηκε ότι συνιστά άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος η δραστηριότητα του διαχειριστή κτιρίων όπως προβλέπεται από τη λουξεμβουργιανή ρύθμιση και υποστήριξε ότι πρόκειται για δραστηριότητα διαφορετική εκείνης του διαχειριστή περιουσίας, ότι η άσκησή της δεν απαιτεί ειδικά προσόντα αλλά συνίσταται στην απλή διαχείριση των κοινοχρήστων τμημάτων ενός κτιρίου υπό την εποπτεία της συνελεύσεως των συγκυρίων.

20 Δεδομένου ότι η λουξεμβουργιανή ρύθμιση περί ΦΑ δεν δίνει τον ορισμό του ελευθερίου επαγγέλματος αλλά απλώς κατονομάζει, ως συνιστώσες άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος, διάφορες δραστηριότητες καθώς και «άλλες παρόμοιες δραστηριότητες», το Tribunal d'arrondissement de Luxembourg έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί απαιτεί την ερμηνεία του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας. Για τον λόγο αυτό, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Είναι η έννοια του ελευθερίου επαγγέλματος στο οποίο αναφέρεται το παράρτημα ΣΤ, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου 77/388/ΕΟΚ, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών, αυτοτελής έννοια του κοινοτικού δικαίου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

2) Καλύπτει η έννοια του ελευθερίου επαγγέλματος την επαγγελματική δραστηριότητα του διαχειριστή κτιρίων υπό συγκυριότητα;»

Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

21 Η εφορία υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 28, παράγραφος 3, και του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας των οποίων ζητείται η ερμηνεία δεν είναι επίδικες στη κύρια δίκη διότι ρυθμίζουν τις απαλλαγές από τον ΦΑ και όχι την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΑ στα κράτη μέλη. Το ζήτημα αυτό διέπεται από τα άρθρα 12 και 28, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77 και βάσει αυτών ακριβώς των διατάξεων, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εφάρμοζε μειωμένο συντελεστή 6 % στις πράξεις που συνιστούν άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, πριν την 1η Ιανουαρίου 1993 και 12 % μετά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, οι διατάξεις της επίδικης στην κύρια δίκη λουξεμβουργιανής ρύθμισης ουδόλως παραπέμπουν στην κοινοτική νομοθεσία.

22 Το αιτούν δικαστήριο, υποστηρίζει η εφορία, ζητεί δηλαδή από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς την ερμηνεία έννοιας που περιλαμβάνεται σε διάταξη κοινοτικού δικαίου η οποία προφανώς δεν έχει εφαρμογή στην κύρια δίκη. Επομένως, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 40), της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89, Gmurzynska-Bscher (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003, σκέψεις 18 και 19), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem (Συλλογή 1997, σ. Ι-4161, σκέψη 26), το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα.

23 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 177 της Συνθήκης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (βλ., ιδίως, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 38).

24 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., ιδίως, απόφαση PreussenElektra, όπ.π., σκέψη 39).

25 Εν προκειμένω, πράγματι, τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρονται στην ερμηνεία της έννοιας του ελευθερίου επαγγέλματος που περιέχεται σε διάταξη της έκτης οδηγίας αφορώσα τις απαλλαγές από τον ΦΑ ενώ στην κύρια δίκη το εθνικό δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει το περιεχόμενο της έννοιας αυτής προκειμένου να αποφανθεί όχι περί απαλλαγής από τον ΦΑ αλλά προκειμένου να καθορίσει τον συντελεστή ΦΑ που εφαρμόζεται στη δραστηριότητα του διαχειριστή κτιρίων και μάλιστα βάσει της λουξεμβουργιανής ρύθμισης περί ΦΑ.

26 Ωστόσο, οι περιστάσεις αυτές και μόνο δεν στηρίζουν το συμπέρασμα ότι η ερμηνεία που ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της κύριας διαφοράς και ότι, επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων.

27 ράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπονται για τις εσωτερικές καταστάσεις προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου, σε συγκρίσιμες καταστάσεις, να εφαρμόζεται ενιαία διαδικασία, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών που συμπίπτουν με διατάξεις ή έννοιες του κοινοτικού δικαίου, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. Ι-4291, σκέψη 28, και της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-1/99, Kofisa Italia, Συλλογή 1997, σ. Ι-207, σκέψη 32).

28 Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις η εθνική νομοθεσία που χρησιμοποιεί έννοια η οποία περιέχεται σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, εκδόθηκε ενόψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας στην οποία ανήκει η διάταξη αυτή.

29 Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός ότι η έννοια κοινοτικού δικαίου, της οποίας ζητείται η ερμηνεία πρόκειται να εφαρμοστεί, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, υπό συνθήκες διαφορετικές των προβλεπομένων από την αντίστοιχη κοινοτική διάταξη, δεν αποκλείει κάθε σχέση μεταξύ της ζητουμένης ερμηνείας και του αντικειμένου της κύριας δίκης.

30 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι «η [λουξεμβουργιανή] νομοθεσία περί φόρου προστιθεμένης αξίας μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες» και ότι επομένως «η λουξεμβουργιανή νομοθεσία σχετικά με τον συντελεστή που εφαρμόζεται στις δραστηριότητες των ελευθερίων επαγγελμάτων πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις περί ΦΑ», και ειδικότερα με το παράρτημα ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας που περιλαμβάνει την έννοια αυτή.

31 Υπό τις συνθήκες αυτές και κατόπιν των θεωρήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 27 έως 29 της παρούσας αποφάσεως, τα επιχειρήματα της εφορίας περί του ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι άσχετα με το αντικείμενο της κύριας διαφοράς πρέπει να απορριφθούν.

32 Συνεπώς το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

33 Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν τα ελευθέρια επαγγέλματα, κατά την έννοια του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας, περιλαμβάνουν τη δραστηριότητα του διαχειριστή κτιρίων υπό συγκυριότητα.

34 Δεδομένου ότι το ερώτημα που ανακύπτει στην κύρια δίκη είναι το αν η δραστηριότητα αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί, ενόψει επιβολής ΦΑ, όπως και τα ελευθέρια επαγγέλματα που υπόκεινται σε μειωμένο και όχι στον συνήθη συντελεστή ΦΑ, πρέπει να διευκρινιστεί προκαταρκτικώς ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, της έκτης οδηγίας, όπως ίσχυε πριν την έκδοση της οδηγίας 92/77 έδωσε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν μειωμένους συντελεστές σε ορισμένες παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών και ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, της έκτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77, επέτρεψε στα κράτη μέλη τα οποία, την 1η Ιανουαρίου 1991 εφάρμοζαν μειωμένο συντελεστή σε παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών διαφορετικές αυτών που αναφέρονται στο παράρτημα Η, να συνεχίζουν να εφαρμόζουν τον συντελεστή αυτό υπό τον όρο ότι δεν θα είναι μικρότερος του 12 %. Είναι σαφές ότι το παράρτημα Η δεν μνημονεύει χωριστά τα ελευθέρια επαγγέλματα.

35 Επομένως, ο προσδιορισμός και ο ορισμός των πράξεων που μπορούν να φορολογηθούν με μειωμένο συντελεστή βάσει των διατάξεων αυτών της έκτης οδηγίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των οικείων κρατών μελών.

36 Ωστόσο, ασκώντας την αρμοδιότητα αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας. Η αρχή αυτή δεν επιτρέπει μεταξύ άλλων να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από πλευράς ΦΑ εμπορεύματα ή υπηρεσίες παρόμοια, δηλαδή ανταγωνιστικά τα μεν με τα δε, οπότε τα εν λόγω εμπορεύματα ή οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να υπόκεινται σε ενιαίο συντελεστή (βλ., κατ' αυτή την έννοια, απόφαση της 3ης Μα_ου 2001, C-481/98, Επιτροπή κατά Γαλλία, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22).

37 Αυτό θα πρέπει να ισχύσει και για την αντιμετώπιση, από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, των ελευθερίων επαγγελμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της έκτης οδηγίας που μνημονεύονται στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, υπέκειντο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 σε μειωμένο συντελεστή 6 % που αυξήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 1993, σε 12 %.

38 Όσον αφορά το περιεχόμενο της έννοιας του ελευθερίου επαγγέλματος, διαπιστώνεται ότι η έκτη οδηγία χρησιμοποιεί τον όρο αυτό στο παράρτημα ΣΤ, σημείο 2 χωρίς ωστόσο να δίνει αφηρημένο και γενικό ορισμό. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο β_, της έκτης οδηγίας στο οποίο αναφέρεται το παράρτημα ΣΤ, οι πράξεις που μνημονεύονται στο παράρτημα αυτό μπορούν να απαλλαγούν από τον ΦΑ κατά τη μεταβατική περίοδο υπό τις υφιστάμενες στο οικείο κράτος μέλος προϋποθέσεις.

39 Ωστόσο, προκειμένου να δοθούν χρήσιμες ενδείξεις στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να υπογραμμιστούν ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα ελευθέρια επαγγέλματα κατά την έννοια του παραρτήματος ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας. Όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα ελευθέρια επαγγέλματα στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή είναι δραστηριότητες οι οποίες, μεταξύ άλλων, εμφανίζουν έντονο πνευματικό χαρακτήρα, απαιτούν υψηλού επιπέδου προσόντα και συνήθως υπόκεινται σε συγκεκριμένη και αυστηρή επαγγελματική ρύθμιση. έραν αυτών πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την άσκηση μιας τέτοιας δραστηριότητας, το προσωπικό στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία, η δε άσκηση αυτή προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει μεγάλη αυτονομία στη διενέργεια επαγγελματικών πράξεων.

40 Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν, βάσει αυτών των κριτηρίων, η δραστηριότητα του διαχειριστή, όπως προβλέπεται από τη σχετική λουξεμβουργιανή ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως συνιστώσα ελευθέριο επάγγελμα.

41 Βάσει των προεκτεθέντων, στα προδικαστικά ερωτήματα αρμόζει η απάντηση ότι στο κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να προσδιορίσει και να ορίσει τις πράξεις που μπορούσαν να υπαχθούν σε μειωμένο συντελεστή βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 4, της έκτης οδηγίας, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, της έκτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77, από 1ης Ιανουαρίου 1993, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή της ουδετερότητας του ΦΑ.

Τα ελευθέρια επαγγέλματα στα οποία αναφέρεται το παράρτημα ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας είναι δραστηριότητες που παρουσιάζουν έντονο πνευματικό χαρακτήρα, απαιτούν υψηλού επιπέδου προσόντα και συνήθως υπόκεινται σε συγκεκριμένη και αυστηρή επαγγελματική ρύθμιση. Κατά την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας, το προσωπικό στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία, η δε άσκηση αυτή προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, μεγάλη αυτονομία στη διενέργεια επαγγελματικών πράξεων.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

42 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 15ης Ιουλίου 1999, το Tribunal d'arrondissement Luxembourg, αποφαίνεται:

Στο κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να προσδιορίσει και να ορίσει τις πράξεις που μπορούσαν να υπαχθούν σε μειωμένο συντελεστή βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 4, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, και βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, της έκτης οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/77/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας και την τροποποίηση της οδηγίας 77/388 (προσέγγιση των συντελεστών ΦΑ), από 1ης Ιανουαρίου 1993, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή της ουδετερότητας του ΦΑ.

Τα ελευθέρια επαγγέλματα στα οποία αναφέρεται το παράρτημα ΣΤ, σημείο 2, της έκτης οδηγίας 77/388 είναι δραστηριότητες που παρουσιάζουν έντονο πνευματικό χαρακτήρα, απαιτούν υψηλού επιπέδου προσόντα και συνήθως υπόκεινται σε συγκεκριμένη και αυστηρή επαγγελματική ρύθμιση. Κατά την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας, το προσωπικό στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία, η δε άσκηση αυτής προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, μεγάλη αυτονομία στη διενέργεια επαγγελματικών πράξεων.