Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

Share

Highlight in text

Go

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-290/05 και C-333/05

Ákos Nádasdi

κατά

Vám- és Pénzügyőrség Észak-Alföldi Regionális Parancsnoksága

και

Ilona Németh

κατά

Vám- és Pénzügyőrség Dél-Alföldi Regionális Parancsnoksága

(αιτήσεις του Hajdú-Bihar Megyei Bíróság και του Bács-Kiskun Megyei Bíróság για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Εσωτερικοί φόροι — Τέλη ταξινομήσεως αυτοκινήτων — Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα — Εισαγωγή»

Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 13ης Ιουλίου 2006 

Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 13ης Ιουλίου 2006 

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Οκτωβρίου 2006 

Περίληψη της αποφάσεως

1.     Φορολογικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι

(Άρθρα 23 ΕΚ, 25 ΕΚ και 90 ΕΚ)

2.     Φορολογικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι

(Άρθρο 90, εδ. 1, ΕΚ)

3.     Φορολογικές διατάξεις — Εναρμόνιση των νομοθεσιών — Φόροι κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας — Απαγόρευση επιβολής άλλων εθνικών φόρων που έχουν τον χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασιών

(Οδηγία 77/388 του Συμβουλίου, άρθρο 33)

1.     Μια επιβάρυνση σχετικά με την ταξινόμηση των αυτοκινήτων για τη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους, η οποία δεν πλήττει τα ιδιωτικά αυτοκίνητα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, δεν αποτελεί εισαγωγικό δασμό ή επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ, αλλά εμπίπτει στο γενικό καθεστώς των εσωτερικών επιβαρύνσεων σχετικά με τα εμπορεύματα και, επομένως, πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα το άρθρο 90 ΕΚ.

(βλ. σκέψεις 41-42, διατακτ. 1)

2.     Το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μια επιβάρυνση σχετικά με την ταξινόμηση των αυτοκινήτων για τη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον η επιβάρυνση αυτή πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα κατά την πρώτη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος αυτού του κράτους και το ποσό της, το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση μόνο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων (είδος κινητήρα, κυλινδρισμός) και με την οικολογική κατάταξή τους, υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μείωση της αξίας τους, οπότε, όταν η πιο πάνω επιβάρυνση πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, υπερβαίνει το ποσό της επιβαρύνσεως αυτής το οποίο περιλαμβάνεται στην εναπομένουσα αξία των ομοειδών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που έχουν ήδη ταξινομηθεί στο κράτος μέλος εισαγωγής.

(βλ. σκέψη 57, διατακτ. 2)

3.     Το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών, το οποίο επιτρέπει στα κράτη αυτά να διατηρήσουν ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εισαγάγουν επιβαρύνσεις που δεν έχουν τον χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασιών, δεν απαγορεύει την είσπραξη μιας επιβαρύνσεως σχετικά με την ταξινόμηση των αυτοκινήτων για τη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους όταν η βάση επιβολής της επιβαρύνσεως αυτής δεν είναι ο κύκλος εργασιών και όταν η επιβάρυνση αυτή δεν συνεπάγεται στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση των συνόρων.

(βλ. σκέψη 60, διατακτ. 3)




ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 5ης Οκτωβρίου 2006 (*)

«Εσωτερικοί φόροι – Τέλη ταξινομήσεως αυτοκινήτων – Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα – Εισαγωγή»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-290/05 και C-333/05,

με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσες από το Hajdú-Bihar Megyei Bíróság και από το Bács-Kiskun Megyei Bíróság (Ουγγαρία) με αποφάσεις της 3ης Μαρτίου και 12ης Ιουλίου 2005, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο αντιστοίχως στις 19 Ιουλίου και 14 Σεπτεμβρίου 2005, στο πλαίσιο των δικών

Ákos Nádasdi (C-290/05)

κατά

Vám- és Pénzügyőrség Észak-Alföldi Regionális Parancsnoksága,

και

Ilona Németh (C-333/05)

κατά

Vám- és Pénzügyőrség Dél-Alföldi Regionális Parancsnoksága,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric (εισηγήτρια), J. N. Cunha Rodrigues, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Ιουνίου 2006 (C-290/05),

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–       ο Α. Nádasdi, εκπροσωπούμενος από τον Z. Lampé, ügyvéd,

–       η Ι. Németh, εκπροσωπούμενη από τον I. Szabados, ügyvéd,

–       η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Gottfried (C-290/05 και C-333/05) καθώς και από τις R. Somssich και A. Müller (C-290/05),

–       η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Pietras,

–       η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Lyal και την K. Riczné-Talabér,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 2006,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1       Οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 23 ΕΚ, 25 ΕΚ, 28 ΕΚ και 90 ΕΚ καθώς και 33 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/680/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ L 376, σ. 1, στο εξής: έκτη οδηγία).

2       Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ του Α. Nádasdi και της Vám- és Pénzügyőrség Észak-Alföldi Regionális Parancsnoksága (διοικήσεως της τελωνειακής και οικονομικής υπηρεσίας της περιοχής Észak-Alföld) και μεταξύ της Ι. Németh και της Vám- és Pénzügyőrség Dél-Alföldi Regionális Parancsnoksága (διοικήσεως της τελωνειακής και οικονομικής υπηρεσίας της περιοχής Dél-Alföld) σχετικά με τα τέλη ταξινομήσεως στα οποία ο Α. Nádasdi και η Ι. Németh υπήχθησαν κατά την ταξινόμηση στην Ουγγαρία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που αγόρασαν στη Γερμανία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το κοινοτικό δίκαιο

3       Το άρθρο 23 ΕΚ ορίζει:

«1.      Η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες.

2.      Οι διατάξεις του άρθρου 25 και του κεφαλαίου 2 του παρόντος Τίτλου εφαρμόζονται στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών, καθώς και στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών.»

4       Το άρθρο 25 ΕΚ ορίζει:

«Οι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τους δασμούς ταμιευτικού χαρακτήρα.»

5       Το άρθρο 90 ΕΚ έχει ως εξής:

«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.

Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων.»

6       Το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας ορίζει:

«1.      Με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, ιδίως δε όσων προβλέπονται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις περί του γενικού καθεστώτος κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των υποκείμενων σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης προϊόντων, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν την εκ μέρους κράτους μέλους διατήρηση ή εισαγωγή φόρων επί των συμβάσεων ασφαλίσεως, και επί των παιγνίων και στοιχημάτων, ειδικών φόρων κατανάλωσης, δικαιωμάτων εγγραφής ή καταχώρησης, και, γενικότερα, οποιουδήποτε φόρου, δικαιώματος ή τέλους δεν έχει το χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασιών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι αυτοί οι φόροι, δικαιώματα ή τέλη δεν οδηγούν, στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, σε διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση συνόρων.

2.      Όποτε γίνεται λόγος στην παρούσα οδηγία για προϊόντα υποκείμενα σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, σκοπούνται τα παρακάτω προϊόντα, όπως ορίζονται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις:

–      τα ορυκτέλαια,

–      το οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά,

–      τα επεξεργασμένα καπνά.»

 Η ουγγρική ρύθμιση

7       Ο νόμος CX του 2003 περί τελών ταξινομήσεως (a regisztrációs adóról szóló 2003. évi CX. törvény, στο εξής: νόμος περί τελών ταξινομήσεως) ορίζει:

«Άρθρο 1

1.      Τέλη ταξινομήσεως (στο εξής: τέλη) οφείλονται για κάθε ιδιωτικό αυτοκίνητο ή μηχανοκίνητο τροχόσπιτο (στο εξής: ιδιωτικό αυτοκίνητο) που προορίζεται να τεθεί σε κυκλοφορία στο έδαφος της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας (στο εξής: ημεδαπή).

[…]

Άρθρο 2

1.      Η θέση σε κυκλοφορία συνεπάγεται την πρώτη ταξινόμηση του ιδιωτικού αυτοκινήτου στην ημεδαπή (σε περίπτωση μετατροπής του οχήματος, γίνεται ταξινόμηση λόγω της μετατροπής αυτής) και προϋποθέτει ότι τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία έχουν αναγραφεί στην άδεια κυκλοφορίας […].

[…]

8.      εισαγωγή: η εισαγωγή του οχήματος ή η με κάποιον άλλο τρόπο είσοδός του στην ημεδαπή, με προέλευση χώρα που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (στο εξής: Κοινότητα).

[…]

Άρθρο 3

[…]

2.      Υπόκειται στα τέλη –εξαιρουμένης της περιπτώσεως της παραγράφου 4– κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε φορέας χωρίς νομική προσωπικότητα τον οποίο κατονομάζει το έγγραφο που αποδεικνύει την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας.

[…]

4.      Αν η θέση σε κυκλοφορία αποτελεί άμεση συνέπεια της εισαγωγής του ιδιωτικού αυτοκινήτου, στα τέλη υπόκειται ο εισαγωγέας.

[…]

Άρθρο 6

1.      Η υποχρέωση καταβολής των τελών γεννάται:

a)      σε περίπτωση θέσεως ιδιωτικού αυτοκινήτου σε κυκλοφορία στην ημεδαπή, όταν αποκτάται το δικαίωμα κυριότητας,

b)      σε περίπτωση μετατροπής ιδιωτικού αυτοκινήτου, την ημέρα της μετατροπής.

[…]

Άρθρο 8

1.      Το ποσό των τελών καθορίζεται στο παράρτημα του παρόντος νόμου για τις διάφορες κατηγορίες ιδιωτικών αυτοκινήτων.

2.      Σε περίπτωση μετατροπής ιδιωτικού αυτοκινήτου, το ποσό των καταβλητέων τελών καθορίζεται στο χρονικό σημείο της θέσεως του μετατραπέντος αυτοκινήτου σε κυκλοφορία από τη διαφορά μεταξύ των τελών που θα ήσαν καταβλητέα πριν από τη μετατροπή και των τελών που θα ήσαν καταβλητέα μετά τη μετατροπή αυτή.

3.      Ο υποκείμενος στα τέλη οφείλει να καταβάλει τα τέλη στις αρμόδιες αρχές αν το ποσό της διαφοράς αυτής είναι θετικό.

[…]

Άρθρο 13

1.      Η εφορία επιστρέφει τα τέλη ή, κατόπιν αιτήσεως, τα συμψηφίζει αν ο οφειλέτης των τελών, ο οποίος έδωσε προκαταβολή έναντι αυτών, ενήργησε με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να εξέλθει της ημεδαπής.

[…]

Άρθρο 15

Η οικολογική κατάταξη γίνεται σύμφωνα με το, όπως ίσχυε στις 30 Αυγούστου 2003, σημείο II του παραρτήματος 5 του κανονισμού KöHÉM 6/1990 (IV. 12.) σχετικά με τις τεχνικές απαιτήσεις για τη θέση και διατήρηση σε κυκλοφορία των οχημάτων οδικής μεταφοράς.

[…]»

8       Το παράρτημα του νόμου περί τελών ταξινομήσεως καθορίζει διαφορετικά ποσά για τα τέλη αυτά αναλόγως των προδιαγραφών εκπομπής καυσαερίων, του είδους του χρησιμοποιουμένου καυσίμου και του κυλινδρισμού του κινητήρα. Τα ποσά αυτά επιβάλλονται με βάση το διάγραμμα που έχει καθοριστεί και είναι τα ίδια ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για ταξινόμηση καινουργούς ή μεταχειρισμένου οχήματος.

9       Το άρθρο 16 του εν λόγω νόμου τροποποίησε τις διατάξεις του νόμου I του 1988 περί οδικής κυκλοφορίας (a közúti közlekedésről szóló 1988. évi I. törvény, στο εξής: νόμος περί οδικής κυκλοφορίας).

10     Κατά το τροποποιημένο άρθρο 5, παράγραφος 4, του τελευταίου νόμου:

«Κάθε όχημα που έχει άδεια κυκλοφορίας και πινακίδες αρμόδιας αλλοδαπής αρχής δύναται να κυκλοφορεί στο εθνικό οδικό δίκτυο υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση.»

11     Το άρθρο 23 του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας ορίζει:

«1.      Ένα όχημα δύναται να τεθεί σε κυκλοφορία –μετά την εξέταση την οποία προβλέπει η παράγραφος 3– από τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης αποδείξει, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, τη νομιμότητα του δικαιώματός του κυριότητας, την κάλυψή του με ασφάλιση της ευθύνης εξ αυτοκινητιστικών ατυχημάτων και την καταβολή των τελών ταξινομήσεως που προβλέπονται από ειδική νομοθετική ρύθμιση.

2.      Η θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία προϋποθέτει τη χορήγηση από τη διοίκηση πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας, καθώς και την εγγραφή στο εθνικό μητρώο οχημάτων.

[…]

6.      Για όχημα που φέρει ξένες πινακίδες και προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στην ημεδαπή, ο εθνικός χρήστης του οχήματος αυτού πρέπει να κινήσει τη διαδικασία θέσεως σε κυκλοφορία το αργότερο εντός 30 ημερών από την απόκτηση ή την εισαγωγή του πιο πάνω οχήματος.»

12     Το άρθρο 47, στοιχείο t, του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας διευκρινίζει τι νοείται ως «εθνικός χρήστης»:

«ο χρήστης που έχει την κατοικία του, τη συνήθη διαμονή του ή την έδρα του στο έδαφος της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας».

13     Την 1η Φεβρουαρίου 2004, παράλληλα με την έναρξη της ισχύος του νόμου περί τελών ταξινομήσεως, καταργήθηκε ο νόμος LXXVIII του 1991 περί φόρου καταναλώσεως (a fogyasztási adóról szóló 1991. évi LXXVIII. törvény), ο οποίος είχε εισαγάγει ένα φόρο κύκλου εργασιών σχετικά με την τιμή ορισμένων προϊόντων, περιλαμβανομένων των αυτοκινήτων, τον οποίο έπρεπε να καταβάλουν, υπέρ του κεντρικού προϋπολογισμού, αφενός, οι κατασκευαστές των προϊόντων αυτών και, αφετέρου, οι οφειλέτες τελωνειακών δασμών σε περίπτωση εισαγωγής. Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του νόμου περί φόρου καταναλώσεως, ο φόρος αυτός δεν οφειλόταν κατά την πώληση στην εγχώρια αγορά μεταχειρισμένων προϊόντων και μεταξύ αυτών αυτοκινήτων.

 Οι διαφορές στις κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C-290/05

14     Μετά την αγορά στη Γερμανία, στις 2 Μαΐου 2004, ενός μεταχειρισμένου ιδιωτικού αυτοκινήτου αντί 6 000 ευρώ, ο Α. Nádasdi υπέβαλε, στις 13 Μαΐου 2004, στην Debreceni Fővámhivatal (κύρια διεύθυνση των τελωνείων του Debrecen) αίτηση υπαγωγής σε τέλη ταξινομήσεως.

15     Η διοικητική αυτή αρχή, με απόφαση της 14ης Μαΐου 2004, επέβαλε τέλη ποσού 150 000 ουγγρικών φιορινίων (HUF), τα οποία ο Α. Nádasdi κατέβαλε αυθημερόν. Η ίδια αρχή εξέδωσε πιστοποιητικό καταβολής των τελών από τον οφειλέτη, το οποίο ανέφερε την ημερομηνία της 14ης Μαΐου 2004.

16     Στη συνέχεια, η Vám- és Pénzügyőrség Észak-Alföldi Regionális Parancsnoksága, στο πλαίσιο των ελεγκτικών εξουσιών της, τροποποίησε, με την απόφασή της 8074/2004 της 11ης Νοεμβρίου 2004, την απόφαση της Debreceni Fővámhivatal ανεβάζοντας το ποσό των τελών ταξινομήσεως που όφειλε ο Α. Nádasdi σε 390 000 HUF και κάλεσε τον οφειλέτη να καταβάλει τα υπόλοιπα 240 000 HUF το αργότερο 15 ημέρες αφότου η εν λόγω απόφαση καταστεί απρόσβλητη.

17     Στο αιτιολογικό της αποφάσεως 8074/2004, εκτίθεται ότι το ποσό των τελών ταξινομήσεως αναθεωρήθηκε λόγω του τεθέντος σε ισχύ στις 14 Μαΐου 2004 νόμου XII του 2004 για την τροποποίηση του νόμου CX του 2003 περί τελών ταξινομήσεως (a regisztrációs adóról szóló 2003. évi CX. törvény módosításáról rendelkező 2004. évi XII. törvény), οπότε η νέα διατίμηση βρισκόταν σε εφαρμογή όταν το πιστοποιητικό πληρωμής των πιο πάνω τελών εκδόθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου XII του 2004.

18     Ο Α. Nádasdi άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή για να υποβληθεί η απόφαση 8074/2004 σε δικαστικό έλεγχο.

19     Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hajdú-Bihar Megyei Bíróság αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Επιτρέπει το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ένα φόρο ο οποίος πλήττει τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όταν ο φόρος αυτός είναι εντελώς ανεξάρτητος της αξίας των αυτοκινήτων και το ύψος του καθορίζεται σε συνάρτηση μόνο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων (τύπος κινητήρα, κυλινδρισμός) καθώς και με την οικολογική κατάταξή τους;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι ο εφαρμοστέος νόμος CX του 2003 περί τελών ταξινομήσεως συμβατός, όσον αφορά τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, με το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι τα εν λόγω τέλη δεν είναι απαιτητά για τα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στην Ουγγαρία πριν από την έναρξη της ισχύος του σχετικού νόμου;»

 Η υπόθεση C-333/05

20     Μετά την αγορά στη Γερμανία ενός μεταχειρισμένου ιδιωτικού αυτοκινήτου, η Ι. Németh κίνησε, στις 28 Δεκεμβρίου 2004, ενώπιον της Kecskeméti Fővámhivatal (κύριας διευθύνσεως των τελωνείων του Kecskemét) διαδικασία για να υποβληθεί σε τέλη ταξινομήσεως. Σύμφωνα με τον κανονισμό KöHÉM 6/1990, ο οποίος εκδόθηκε από το Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Κατασκευαστικών Έργων, η Bács-Kiskun Megyei Közlekedési Felügyelet (επιθεώρηση οδικής κυκλοφορίας του νομού Bács-Kiskun) κατέταξε το όχημα αυτό στην οικολογική κατηγορία 7.

21     Η Kecskeméti Fővámhivatal καθόρισε σε 390 000 HUF το ποσό των τελών ταξινομήσεως, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα τεχνικά όσο και τα οικολογικά χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος.

22     Κατόπιν διοικητικής ενστάσεως της Ι. Németh κατά της αποφάσεως αυτής, η τελευταία επιβεβαιώθηκε από τη Vám- és Pénzügyőrség Dél-Alföldi Regionális Parancsnoksága, η οποία ενήργησε ως δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο.

23     Στη συνέχεια, η Ι. Németh άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά της πιο πάνω επιβεβαιωτικής αποφάσεως. Θεωρεί ότι ο νόμος περί τελών ταξινομήσεως συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, τα τέλη αυτά αποτελούν στην ουσία εισαγωγικό δασμό, οπότε απαγορεύονται βάσει των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ωστόσο, στην περίπτωση που τα τέλη αυτά δεν αποτελούν τελωνειακό δασμό ή επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, θα μπορούν να θεωρηθούν επιβάρυνση που συνιστά παράβαση των άρθρων 90 ΕΚ έως 93 ΕΚ, ή ακόμη φόρος κύκλου εργασιών που απαγορεύεται από το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας, οπότε δεν μπορούν να επιβληθούν.

24     Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bács-Kiskun Megyei Bíróság αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Είναι δυνατό μια φορολογική επιβάρυνση κράτους μέλους, όπως τα ουγγρικά τέλη ταξινομήσεως, να θεωρηθεί τελωνειακός δασμός ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι δυνατό μια φορολογική επιβάρυνση κράτους μέλους, όπως τα ουγγρικά τέλη ταξινομήσεως –των οποίων η καταβολή αποτελεί προϋπόθεση για την ταξινόμηση και τη θέση ιδιωτικού αυτοκινήτου σε κυκλοφορία–, να θεωρηθεί ως κάποιου είδους φόρος εισαγωγής;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, είναι μια φορολογική επιβάρυνση κράτους μέλους, όπως τα ουγγρικά τέλη ταξινομήσεως, συμβατή με τις επιταγές του άρθρου 90 ΕΚ ή με αυτές του άρθρου 33 της [έκτης] οδηγίας […], ή μήπως τα εν λόγω ουγγρικά τέλη ταξινομήσεως συνιστούν παράβαση του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας;

4)      Στο τωρινό στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, είναι μια φορολογική επιβάρυνση κράτους μέλους, όπως τα ουγγρικά τέλη ταξινομήσεως, σύμφωνη με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου όταν το ποσό των τελών ταξινομήσεως που οφείλονται για τα καινουργή και για τα μεταχειρισμένα ιδιωτικά αυτοκίνητα είναι –μη λαμβανομένης υπόψη της κατατάξεως των αυτοκινήτων σύμφωνα με σκέψεις προστασίας του περιβάλλοντος– το ίδιο, όταν ουδόλως αντικατοπτρίζει τη μείωση της αξίας των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και όταν είναι εντελώς ανεξάρτητο από το (νόμιμο) χρονικό διάστημα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

25     Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, αποφάσισε να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία στην υπόθεση C-333/05

26     Δεδομένης της συνάφειας των υποθέσεων C-290/05 και C-333/05, οι υποθέσεις αυτές πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, να συνεκδικαστούν για την έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί του παραδεκτού των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

 Η υπόθεση C-290/05

27     Η Ουγγρική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι παραδεκτή. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει θέση επί του ζητήματος αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης πρέπει να υπαχθεί στα τέλη κυκλοφορίας σύμφωνα με τη νέα διατίμησή τους. Ως εκ της φύσεώς του, πρόκειται για ζήτημα εσωτερικού δικαίου. Η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει τον λόγο για τον οποίο η ζητηθείσα ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου θα επηρεάσει την έκβαση της δίκης. Τα ερωτήματα που τέθηκαν είναι υποθετικά. Δεύτερον, η πιο πάνω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν εκτίθεται με επαρκείς λεπτομέρειες η εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση.

28     Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ στηρίζεται σε σαφέστατο διαχωρισμό των καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου. Έργο είναι μόνο του εθνικού δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη μιας προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει την απόφασή του όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, κατ’ αρχήν, οφείλει να αποφανθεί (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C-13/05, Chacón Navas, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).

29     Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει και ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, για να εξακριβώσει την αρμοδιότητά του έργο του είναι να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα το οποίο τέθηκε από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει σχέση με υπαρκτή διαφορά ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικό ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του τέθηκαν (προαναφερθείσα απόφαση Chacón Navas, σκέψη 33 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).

30     Η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί να καθορίσει το τελευταίο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές καταστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ. τις αποφάσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-207/01, Altair Chimica, Συλλογή 2003, σ. I-8875, σκέψη 24, και της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 29).

31     Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ευθύς εξ αρχής ότι το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να λάβει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την εθνική ρύθμιση που έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.

32     Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους τέθηκαν τα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, αν και ο Α. Nádasdi δεν ισχυρίστηκε ότι ο νόμος περί τελών ταξινομήσεως συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, εκτιμά ότι, εφόσον πρόκειται για εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, πρέπει να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το κοινοτικό δίκαιο. Από την εξήγηση αυτή προκύπτει ότι το πιο πάνω δικαστήριο θέλει να εξεταστεί με γνώμονα το κοινοτικό δίκαιο η νομιμότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη αποφάσεως 8074/2004. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ερωτήματα που τέθηκαν είναι υποθετικά.

33     Κατά συνέπεια, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.

 Η υπόθεση C-333/05

34     Η Ουγγρική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, ισχυριζόμενη ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξέθεσε τους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να τεθούν τα ερωτήματα αυτά στο Δικαστήριο.

35     Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε ότι, αν το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στα ερωτήματα που διατύπωσε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, θα μπορέσει να δεχθεί την προσφυγή της και ότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να την απορρίψει.

36     Κατά συνέπεια, οι αμφιβολίες της Ουγγρικής Κυβερνήσεως δεν είναι βάσιμες, οπότε η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-333/05

37     Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν μια επιβάρυνση όπως η του νόμου περί τελών ταξινομήσεως συνιστά εισαγωγικό δασμό ή επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ. Το δεύτερο ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι το πιο πάνω δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η επιβάρυνση αυτή αποτελεί απαγορευόμενο από τις διατάξεις αυτές φόρο εισαγωγής. Κατά συνέπεια, το δεύτερο ερώτημα αφορά πρόβλημα ταυτιζόμενο με εκείνο που τέθηκε στο Δικαστήριο με το πρώτο ερώτημα. Συγκεκριμένα, ένας φόρος εισαγωγής υπάγεται στην κατηγορία των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των πιο πάνω διατάξεων.

38     Μια επιβάρυνση όπως τα τέλη ταξινομήσεως δεν αποτελεί κατά κυριολεξία τελωνειακό δασμό.

39     Όσον αφορά το ζήτημα αν η επιβάρυνση αυτή υπάγεται στην έννοια των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και τεχνικής της, και πλήττει τα εμπορεύματα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν είναι κατά κυριολεξία τελωνειακός δασμός αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94, Haahr Petroleum, Συλλογή 1997, σ. I-4085, σκέψη 20, και της 2ας Απριλίου 1998, C-213/96, Outokumpu, Συλλογή 1998, σ. I-1777, σκέψη 20).

40     Μια επιβάρυνση όπως η του νόμου περί τελών ταξινομήσεως δεν εισπράττεται λόγω της διελεύσεως των συνόρων του κράτους μέλους το οποίο την επέβαλε, αλλά εισπράττεται κατά την ταξινόμηση του οχήματος στο έδαφος του κράτους αυτού με σκοπό τη θέση του σε κυκλοφορία.

41     Η επιβάρυνση αυτή εμπίπτει στο γενικό καθεστώς των εσωτερικών επιβαρύνσεων σχετικά με τα εμπορεύματα και, επομένως, πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα το άρθρο 90 ΕΚ.

42     Κατά συνέπεια, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-333/05 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια επιβάρυνση όπως η του νόμου περί τελών ταξινομήσεως, η οποία δεν πλήττει τα ιδιωτικά αυτοκίνητα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, δεν αποτελεί εισαγωγικό δασμό ή επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ.

 Επί των ερωτημάτων στην υπόθεση C-290/05, καθώς και επί του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος και επί του τετάρτου ερωτήματος στην υπόθεση C-333/05

43     Με τα ερωτήματα αυτά, τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν στην ουσία αν το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μια επιβάρυνση όπως την του νόμου περί τελών ταξινομήσεως.

44     Εκθέτουν εν προκειμένω ότι η επιβάρυνση αυτή δεν απαιτείται για τα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στην Ουγγαρία πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-290/05), ότι είναι εντελώς ανεξάρτητη της αξίας των αυτοκινήτων καθόσον το ποσό της καθορίζεται σε συνάρτηση μόνο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους (τύπος κινητήρα, κυλινδρισμός) και με την οικολογική κατάταξή τους (πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-290/05) και ότι το ποσό αυτό ουδόλως αντικατοπτρίζει τη μείωση της αξίας των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και είναι εντελώς ανεξάρτητο του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο το αυτοκίνητο βρισκόταν σε κυκλοφορία (τέταρτο ερώτημα στην υπόθεση C-333/05).

45     Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, στο σύστημα της Συνθήκης ΕΚ το άρθρο 90 ΕΚ συμπληρώνει τις διατάξεις περί καταργήσεως των τελωνειακών δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή σκοπό έχει να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό φυσιολογικές συνθήκες ανταγωνισμού με την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας δυναμένης να απορρεύσει από την επιβολή εσωτερικών φόρων που δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2006, C-393/04 και C-41/05, Air Liquide Industries Belgium, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 55 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).

46     Επίσης, στον τομέα της φορολογίας των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 90 ΕΚ σκοπό έχει να διασφαλίσει την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ προϊόντων που ήδη βρίσκονται στην εγχώρια αγορά και εισαγομένων προϊόντων (βλ. την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-387/01, Weigel, Συλλογή 2004, σ. I-4981, σκέψη 66 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).

47     Κατά πάγια νομολογία, υπάρχει παράβαση του άρθρου 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ όταν ο φόρος που πλήττει το εισαγόμενο προϊόν και εκείνος που πλήττει το ομοειδές εγχώριο προϊόν υπολογίζονται κατά διαφορετικό τρόπο και σύμφωνα με διαφορετικές μεθόδους, με αποτέλεσμα, έστω και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μεγαλύτερη φορολόγηση του εισαγομένου προϊόντος (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Weigel, σκέψη 67 και νομολογία που παρατίθεται εκεί). Ωστόσο, ακόμη και αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας άμεσης δυσμενούς διακρίσεως, ένας φόρος μπορεί να δημιουργήσει έμμεσες δυσμενείς διακρίσεις λόγω των συνεπειών του.

48     Για να εξασφαλιστεί η ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που ήδη βρίσκονται στην εγχώρια αγορά και των εισαγομένων ομοειδών αυτοκινήτων, οι συνέπειες των τελών ταξινομήσεως τα οποία επιβαρύνουν τα νεοεισαχθέντα από άλλο κράτος μέλος πλην της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας μεταχειρισμένα αυτοκίνητα πρέπει να συγκριθούν με τις συνέπειες των εναπομενόντων τελών ταξινομήσεως τα οποία επιβαρύνουν τα ομοειδή μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που ταξινομήθηκαν στην Ουγγαρία και που ως εκ τούτου έχουν ήδη υποβληθεί στα ίδια τέλη.

49     Η σύγκριση με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στην Ουγγαρία πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου περί τελών ταξινομήσεως δεν ασκεί επιρροή. Το άρθρο 90 ΕΚ δεν έχει σκοπό να εμποδίσει ένα κράτος μέλος να επιβάλει νέους φόρους ή να τροποποιήσει τους συντελεστές ή τη βάση επιβολής υπαρχόντων φόρων.

50     Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι επιρροή δεν ασκεί ούτε το γεγονός που επικαλέστηκε η Ουγγρική Κυβέρνηση ότι υπάρχουν μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που προηγουμένως ταξινομήθηκαν στην Ουγγαρία των οποίων η αξία στην αγορά περιλαμβάνει το ποσό του εναπομένοντος φόρου καταναλώσεως.

51     Όσον αφορά τα κριτήρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό μιας επιβαρύνσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο, στο τωρινό στάδιο της εξελίξεώς του, δεν περιορίζει την ελευθερία κάθε κράτους μέλους να δημιουργήσει ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα, ακόμη και ομοειδή υπό την έννοια του άρθρου 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως είναι η φύση των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών ή οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι παραγωγής. Ωστόσο, τέτοιες διαφοροποιήσεις είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν έχουν σκοπούς που και αυτοί είναι συμβατοί με τις επιταγές της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως εις βάρος των εισαγωγών με προέλευση άλλα κράτη μέλη ή κάθε μορφή προστασίας μιας ανταγωνίστριας εγχώριας παραγωγής (προαναφερθείσα απόφαση Outokumpu, σκέψη 30).

52     Στο πλαίσιο ενός συστήματος σχετικού με τα τέλη ταξινομήσεως, κριτήρια όπως το είδος του κινητήρα, ο κυλινδρισμός και μια κατάταξη η οποία ανάγεται σε σκέψεις προστασίας του περιβάλλοντος αποτελούν αντικειμενικά κριτήρια. Κατά συνέπεια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ένα τέτοιο σύστημα. Αντιθέτως, δεν απαιτείται το ποσό της επιβαρύνσεως να συνδέεται με την τιμή του οχήματος.

53     Ωστόσο, τα τέλη ταξινομήσεως δεν πρέπει να πλήττουν τα προϊόντα καταγωγής άλλων κρατών μελών βαρύτερα από όσο πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.

54     Πάντως, ένα καινουργές όχημα για το οποίο καταβλήθηκαν εντός της Ουγγαρίας τέλη ταξινομήσεως χάνει, με την πάροδο του χρόνου, μέρος της αξίας του στην αγορά. Έτσι, στο ίδιο μέτρο με την απώλεια της αξίας, μειώνεται το ποσό των τελών ταξινομήσεως που περιλαμβάνεται στην εναπομένουσα αξία του οχήματος. Ως μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μπορεί να πωληθεί μόνο μέχρι ένα ποσοστό της αρχικής αξίας, στο οποίο περιλαμβάνεται το εναπομένον ποσό των τελών ταξινομήσεως.

55     Πάντως, από τις δικογραφίες που τα αιτούντα δικαστήρια διαβίβασαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ένα αυτοκίνητο ίδιου τύπου, ίδιας παλαιότητας, ίδιου αριθμού διανυθέντων χιλιομέτρων και ίδιων άλλων χαρακτηριστικών, το οποίο αγοράστηκε ως μεταχειρισμένο σε άλλο κράτος μέλος και ταξινομήθηκε στην Ουγγαρία, πάντοτε θα υπόκειται στο 100 % των τελών ταξινομήσεως που ισχύουν για αυτοκίνητο της κατηγορίας αυτής. Κατά συνέπεια, τα τέλη αυτά επιβαρύνουν τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα περισσότερο από όσο επιβαρύνουν τα ομοειδή μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που έχουν ήδη ταξινομηθεί στην Ουγγαρία και υπαχθεί στα ίδια τέλη.

56     Έτσι, παρά τον οικολογικό χαρακτήρα του σκοπού και του βάθρου των τελών ταξινομήσεως και μολονότι τα τέλη αυτά δεν έχουν σχέση με την αξία του αυτοκινήτου στην αγορά, το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ συνεπάγεται ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μείωση της αξίας των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που πλήττονται με τέλη, καθόσον τα τέλη αυτά χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι εισπράττονται μόνο μία φορά κατά την πρώτη ταξινόμηση του αυτοκινήτου για τη χρησιμοποίησή του στο σχετικό κράτος μέλος και ότι έτσι είναι ενσωματωμένα στην πιο πάνω αξία.

57     Κατόπιν των ανωτέρω, στα ερωτήματα που τέθηκαν στην υπόθεση C-290/05 καθώς και στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος και στο τέταρτο ερώτημα στην υπόθεση C-333/05 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μια επιβάρυνση όπως εκείνη του νόμου περί τελών ταξινομήσεως, εφόσον

–       η επιβάρυνση αυτή πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα κατά την πρώτη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους και

–       το ποσό της, το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση μόνο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων (είδος κινητήρα, κυλινδρισμός) και με την οικολογική κατάταξή τους, υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μείωση της αξίας τους, οπότε, όταν η πιο πάνω επιβάρυνση πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, υπερβαίνει το ποσό της επιβαρύνσεως αυτής το οποίο περιλαμβάνεται στην εναπομένουσα αξία των ομοειδών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που έχουν ήδη ταξινομηθεί στο κράτος μέλος εισαγωγής.

Δεν ασκεί επιρροή η σύγκριση με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στο σχετικό κράτος μέλος πριν από την καθιέρωση της επιβαρύνσεως αυτής.

 Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου ερωτήματος στην υπόθεση C-333/05

58     Τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης τέλη ταξινομήσεως δεν αποτελούν φόρο κύκλου εργασιών υπό την έννοια του άρθρου 33 της έκτης οδηγίας. Συγκεκριμένα, η βάση επιβολής τους δεν είναι ο κύκλος εργασιών. Επιπλέον, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεν συνεπάγονται διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση των συνόρων.

59     Κατά συνέπεια, η επιβάρυνση αυτή δεν απαγορεύεται από το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας.

60     Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας δεν απαγορεύει την είσπραξη μιας επιβαρύνσεως όπως εκείνη του νόμου περί τελών κυκλοφορίας, της οποίας η βάση επιβολής δεν είναι ο κύκλος εργασιών και η οποία, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεν συνεπάγεται διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση των συνόρων.

 Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως

61     Για την περίπτωση που, στην απόφαση που θα εκδοθεί, κριθεί ότι μια επιβάρυνση όπως η του νόμου περί τελών ταξινομήσεως είναι ασύμβατη με το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η Ουγγρική Κυβέρνηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση C-290/05, ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του. Με τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση, η Πολωνική Κυβέρνηση πρότεινε το ίδιο.

62     Κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία που το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 234 ΕΚ, δίνει σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου διαφωτίζει και διευκρινίζει, όταν χρειάζεται, το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως αυτός πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται από τότε που τέθηκε σε ισχύ. Επομένως, ο κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευμένος κανόνας μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί από τον δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και συστάθηκαν πριν από την απόφαση επί της αιτήσεως ερμηνείας, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετικά με την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψη 27· της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 141, και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-402/03, Skov και Bilka, Συλλογή 2006, σ. I-199, σκέψη 50).

63     Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι μόνον όλως κατ’ εξαίρεση το Δικαστήριο δύναται, κατ’ εφαρμογήν της σύμφυτης με την κοινοτική έννομη τάξη γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερόμενου να επικαλεστεί μια ερμηνευμένη από το Δικαστήριο διάταξη για να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που δημιουργήθηκαν καλόπιστα. Για να μπορέσει να αποφασιστεί ένας τέτοιος περιορισμός, είναι αναγκαίο να πληρούνται δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις, δηλαδή να υπάρχει καλή πίστη των ενδιαφερομένων κύκλων και να υπάρχει κίνδυνος σοβαρών διαταράξεων (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege, Συλλογή 1994, σ. I-4541, σκέψη 21, και της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-372/98, Cooke, Συλλογή 2000, σ. I-8683, σκέψη 42, και την προαναφερθείσα απόφαση Skov και Bilka, σκέψη 51).

64     Όσο για τον κίνδυνο σοβαρών διαταράξεων, η Ουγγρική Κυβέρνηση προσκόμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αριθμητικά στοιχεία που αφορούν την περίοδο από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή περίοδο 20 μηνών. Κατά την περίοδο αυτή, 81 612 μεταχειρισμένα αυτοκίνητα εισήχθησαν στο έδαφος της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας από άλλα κράτη μέλη. Η Ουγγρική Κυβέρνηση εκτίμησε σε περίπου 116 εκατομμύρια ευρώ το συνολικό ποσό των εσόδων από τα τέλη ταξινομήσεως που εισπράχθηκαν σχετικά με τα αυτοκίνητα αυτά. Δέχθηκε ότι εκείνο που θα πρέπει να επιστραφεί δεν θα είναι ολόκληρο το ποσό αυτό, αλλά μόνον το ποσό που αντιστοιχεί στα επιπλέον τέλη που έπληξαν τα αυτοκίνητα αυτά λαμβανομένης υπόψη της μειώσεως της αξίας τους.

65     Ωστόσο, η εν λόγω κυβέρνηση, αφενός, τόνισε το διοικητικό κόστος τής ανά περίπτωση εξετάσεως που είναι αναγκαία για να επιστραφούν τα επιπλέον αυτά τέλη, λαμβανομένου υπόψη ότι το κόστος αυτό πιθανότατα θα είναι μεγαλύτερο από το σύνολο των αποδοτέων ποσών, και, αφετέρου, υπογράμμισε τη σημασία των δυσκολιών που συνδέονται με τον προσδιορισμό όλων των προσώπων στα οποία θα μπορέσουν να επιστραφούν τα τέλη αυτά.

66     Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προέκυψε ότι την 1η Ιανουαρίου 2006 εισήχθη μειωμένη κλίμακα των τελών ταξινομήσεως, οι δε μειώσεις αυτές καθορίζονται αναλόγως του αριθμού των μηνών που διέρρευσαν από την ημερομηνία της πρώτης θέσεως του αυτοκινήτου σε κυκλοφορία μέχρι την ημερομηνία της κινήσεως της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την καταβολή των ίδιων τελών.

67     Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξέταση του ζητήματος αν εν προκειμένω υπάρχει κίνδυνος σοβαρών διαταράξεων μπορεί να περιοριστεί στο χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου 2004 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005.

68     Το αποδοτέο ποσό δεν είναι τόσο υψηλό ώστε αυτή καθ’ εαυτή η απόδοση να μπορέσει να έχει σοβαρό οικονομικό αντίκτυπο ικανό να δικαιολογήσει τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.

69     Όσο για το διοικητικό κόστος, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί μόνο να επιστρέψει το κράτος μέλος το επιπλέον ποσό σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, αρκεί να τηρηθούν οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (βλ. στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis, Συλλογή 1998, σ. I-4951, σκέψεις 19, 20 και 34, και της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio – Cash & Carry, Συλλογή 2004, σ. I-6051, σκέψεις 17, 18 και 20).

70     Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούται το προαναφερθέν στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως κριτήριο σχετικά με τον κίνδυνο σοβαρών διαταράξεων.

71     Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν πληρούται το κριτήριο σχετικά με την καλή πίστη των ενδιαφερομένων κύκλων.

72     Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι παρέλκει να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

73     Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Μια επιβάρυνση όπως εκείνη την οποία εισήγαγε στην Ουγγαρία ο νόμος CX του 2003 περί τελών ταξινομήσεως (a regisztrációs adóról szóló 2003. évi CX. törveny), η οποία δεν πλήττει τα ιδιωτικά αυτοκίνητα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, δεν αποτελεί εισαγωγικό δασμό ή επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ.

2)      Το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μια επιβάρυνση όπως εκείνη του νόμου περί τελών ταξινομήσεως, εφόσον

–       η επιβάρυνση αυτή πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα κατά την πρώτη θέση τους σε κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους και

–       το ποσό της, το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση μόνο με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων (είδος κινητήρα, κυλινδρισμός) και με την οικολογική κατάταξή τους, υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μείωση της αξίας τους, οπότε, όταν η πιο πάνω επιβάρυνση πλήττει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, υπερβαίνει το ποσό της επιβαρύνσεως αυτής το οποίο περιλαμβάνεται στην εναπομένουσα αξία των ομοειδών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που έχουν ήδη ταξινομηθεί στο κράτος μέλος εισαγωγής.

Δεν ασκεί επιρροή η σύγκριση με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στο σχετικό κράτος μέλος πριν από την καθιέρωση της επιβαρύνσεως αυτής.

3)      Το άρθρο 33 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, δεν απαγορεύει την είσπραξη μιας επιβαρύνσεως όπως εκείνη του νόμου περί τελών κυκλοφορίας, της οποίας η βάση επιβολής δεν είναι ο κύκλος εργασιών και η οποία, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεν συνεπάγεται διατυπώσεις που συνδέονται με τη διέλευση των συνόρων.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.