Available languages

Taxonomy tags

Info

References in this case

Share

Highlight in text

Go

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 9ης Οκτωβρίου 2014 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων — Άρθρο 63 ΣΛΕΕ — Φορολόγηση εισοδημάτων προερχόμενων από επενδυτικά κεφάλαια — Υποχρεώσεις γνωστοποιήσεως και δημοσιοποιήσεως ορισμένων πληροφοριακών στοιχείων από επενδυτικό κεφάλαιο — Κατ’ αποκοπή φορολόγηση των εισοδημάτων που προέρχονται από επενδυτικά κεφάλαια τα οποία δεν τηρούν τις υποχρεώσεις γνωστοποιήσεως και δημοσιοποιήσεως»

Στην υπόθεση C-326/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία) με απόφαση της 3ης Μαΐου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

Rita van Caster,

Patrick van Caster

κατά

Finanzamt Essen-Süd,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, A. Borg Barthet, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: M. Aleksejev, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Οκτωβρίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η R. van Caster και o P. van Caster, εκπροσωπούμενοι από τον V. Heidelbach, Rechtsanwalt,

–        η Finanzamt Essen-Süd, εκπροσωπούμενη από τον U. Weise,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την A. Wiedmann,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την C. Murrell, επικουρούμενη από τον R. Hill, barrister,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους W. Roels και W. Mölls,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 63 ΣΛΕΕ και 65 ΣΛΕΕ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της R. van Caster και του γιου της (στο εξής: van Caster), κατοίκων Γερμανίας, και, αφετέρου, της Finanzamt Essen-Süd ([φορολογική υπηρεσία του Essen-Süd,] στο εξής: Finanzamt), σχετικά με εξατομικευμένο και ενιαίο προσδιορισμό της βάσεως επιβολής φόρου των εισοδημάτων τους που προέρχονται από επενδυτικά κεφάλαια αλλοδαπής για τις χρήσεις 2004 έως 2008.

 Το νομικό πλαίσιο της Γερμανίας

3        Το κεφάλαιο 1 του νόμου περί φορολογίας των επενδύσεων (Investmentsteuergesetz, στο εξής: InvStG), που έχει τεθεί σε ισχύ από το 2004, περιλαμβάνει τα άρθρα 1 έως 10, τα οποία περιέχουν κοινές διατάξεις για τις επενδυτικές συμμετοχές είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή.

4        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του InvStG προβλέπει ότι τα διανεμηθέντα εισοδήματα από συμμετοχές, τα εισοδήματα που ισοδυναμούν με διανομή και τα ενδιάμεσα κέρδη εμπίπτουν, πλην εξαιρέσεων, στα εισοδήματα από επενδυτικά κεφάλαια.

5        Το άρθρο 5 του νόμου αυτού, ως ίσχυε στις 15 Δεκεμβρίου 2003 (BGBl. 2003 I, σ. 2676), έχει ως εξής:

«(Βάσεις επιβολής του φόρου)

(1)      Τα άρθρα 2 και 4 εφαρμόζονται μόνον εάν

1.      η εταιρία επενδύσεων γνωστοποιεί στους επενδυτές, στη γερμανική γλώσσα, για κάθε διανομή εσόδων που απορρέουν από τη συμμετοχή σε εταιρικό κεφάλαιο:

a)      το διανεμόμενο ποσό (με τουλάχιστον τέσσερα δεκαδικά ψηφία),

b)      τα διανεμόμενα εισοδήματα (με τουλάχιστον τέσσερα δεκαδικά ψηφία),

c)      τα ποσά που περιλαμβάνονται στο διανεμόμενο ποσό, ήτοι

aa)      εισοδήματα της προηγούμενης χρήσεως που ισοδυναμούν με διανομή,

bb)      υπεραξίες που αποκομίζονται από απαλλασσόμενες μεταβιβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, σημείο 1, πρώτη περίοδος,

cc)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 40, του νόμου περί φόρου εισοδήματος [(Einkommensteuergesetz)],

dd)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 8b, παράγραφος 1, του νόμου περί φόρου εταιριών [(Körperschaftsteuergesetz)],

ee)      υπεραξίες που αποκομίζονται από μεταβιβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 40, του νόμου περί φόρου εισοδήματος,

ff)      υπεραξίες που αποκομίζονται από μεταβιβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 8b, παράγραφος 2, του νόμου περί φόρου εταιριών,

gg)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, σημείο 1, δεύτερη περίοδος, εφόσον δεν πρόκειται για εισοδήματα από κεφάλαιο, κατά την έννοια του άρθρου 20 του νόμου περί φόρου εισοδήματος,

hh)      υπεραξίες που αποκομίζονται από απαλλασσόμενες μεταβιβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, σημείο 2,

ii)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1,

jj)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, για τα οποία δεν υπήρξε έκπτωση κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4,

kk)      εισοδήματα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, για τα οποία παρέχεται, δυνάμει συμβάσεως για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, δικαίωμα συμψηφισμού του φόρου εισοδήματος ή του φόρου εταιριών με καταβεβλημένο φόρο,

d)      το μέρος του διανεμόμενου ποσού για το οποίο παρέχεται δικαίωμα συμψηφισμού ή επιστροφής του φόρου επί των εισοδημάτων από κεφάλαιο κατά την έννοια

aa)      του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2,

bb)      του άρθρου 7, παράγραφος 3,

e)      το ποσό του φόρου επί των εισοδημάτων από κεφάλαιο για το οποίο υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού ή επιστροφής, κατά την έννοια

aa)      του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2,

bb)      του άρθρου 7, παράγραφος 3,

f)      το ποσό των αλλοδαπών φόρων, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, που περιλαμβάνεται στα διανεμόμενα ποσά και

aa)      είναι εκπεστέο δυνάμει του άρθρου 34c, παράγραφος 1, του νόμου περί φόρου εισοδήματος ή δυνάμει συμβάσεως για την αποφυγή της διπλής φορολογίας,

bb)      είναι εκπεστέο δυνάμει του άρθρου 34c, παράγραφος 3, του νόμου περί φόρου εισοδήματος, εφόσον δεν διενεργήθηκε έκπτωση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 4,

cc)      έχει καταβληθεί δυνάμει συμβάσεως για την αποφυγή της διπλής φορολογίας,

g)      το ποσό της εκπτώσεως λόγω αποσβέσεως ή μειώσεως της αξίας δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος,

h)      το ποσό της μειώσεως του φόρου εταιριών που επικαλείται η διανέμουσα εταιρία δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 3, του νόμου περί φόρου εταιριών.

2.      H εταιρία επενδύσεων γνωστοποιεί στους επενδυτές, στη γερμανική γλώσσα, για τα εισοδήματα που ισοδυναμούν με διανομή, το αργότερο εντός τετραμήνου από τη λήξη της χρήσεως κατά την οποία θεωρείται ότι καταβλήθηκαν, τα στοιχεία που αναφέρονται στο σημείο 1 και σχετίζονται με τη συμμετοχή σε μια επένδυση.

3.      Η εταιρία επενδύσεων δημοσιεύει τα στοιχεία που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2, καθώς και την ετήσια έκθεση, κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, και του άρθρου 122, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου περί επενδύσεων [(Investmentgesetz)] στην ηλεκτρονική έκδοση της Ομοσπονδιακής Επίσημης Εφημερίδας· τα στοιχεία πρέπει να συνοδεύονται από πιστοποιητικό προσώπου που έχει άδεια να παρέχει επιχειρηματικής φύσεως υπηρεσίες, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του νόμου περί του επαγγέλματος του φορολογικού συμβούλου [(Steuerberatungsgesetz)], και εργάζεται σε αναγνωρισμένο από τις αρχές ελεγκτικό ή άλλο παρόμοιο οργανισμό, που να πιστοποιεί ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τους ισχύοντες στη Γερμανία φορολογικούς κανόνες· το άρθρο 323 του εμπορικού κώδικα [(Handelsgesetzbuch)] εφαρμόζεται mutatis mutandis. Εάν η ετήσια έκθεση δεν δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση της Ομοσπονδιακής Επίσημης Εφημερίδας, όπως ορίζει ο νόμος περί επενδύσεων, πρέπει να αναφέρεται επίσης πού έχουν δημοσιευθεί οι οικονομικές καταστάσεις στη γερμανική γλώσσα.

4.      H αλλοδαπή εταιρία επενδύσεων υπολογίζει και δημοσιεύει μαζί με την τιμή εξαγοράς, το ποσό που έχει καταβληθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1993 στον κάτοχο των συμμετοχών σε αλλοδαπές επενδύσεις επί των οποίων δεν έχει ακόμη καταβληθεί φόρος.

5.      Εφόσον ζητηθεί από την ομοσπονδιακή φορολογική αρχή, η αλλοδαπή εταιρία επενδύσεων υποχρεούται, εντός τριών μηνών, να πιστοποιήσει τα στοιχεία που αναφέρονται στα σημεία 1, 2 και 4. Εάν τα πιστοποιητικά έχουν καταρτιστεί σε άλλη γλώσσα, μπορεί να απαιτηθεί επίσημη μετάφραση στη γερμανική. Εάν υπάρχει σφάλμα στα δημοσιευμένα ποσά, η αλλοδαπή εταιρία επενδύσεων επισημαίνει το σφάλμα, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος της ομοσπονδιακής φορολογικής αρχής, κατά τη δημοσίευση των οικονομικών στοιχείων της τρέχουσας χρήσεως.

Εάν τα στοιχεία που παρατίθενται στο σημείο 1, στοιχεία c ή f, δεν είναι διαθέσιμα, τα εισοδήματα φορολογούνται κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 4 [...]».

6        Το άρθρο 6 του InvStG, με τίτλο «Φορολόγηση σε περίπτωση μη υποβολής δηλώσεως», ως ίσχυε μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 3310), ορίζει:

«Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, λαμβάνονται υπόψη για κάθε επενδυτή τα διανεμόμενα μερίσματα από τα επενδυτικά μερίδια, τα ενδιάμεσα κέρδη και ποσοστό 70 % της υπεραξίας που προκύπτει ως διαφορά μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας τιμής εξαγοράς ενός επενδυτικού μεριδίου που καθορίζονται κατά το οικείο ημερολογιακό έτος, τουλάχιστον πάντως το 6 % της τελευταίας τιμής εξαγοράς που καθορίστηκε κατά το ημερολογιακό αυτό έτος. Αν δεν έχει καθοριστεί τιμή εξαγοράς, η τιμή αυτή αντικαθίσταται από τη χρηματιστηριακή τιμή ή την τρέχουσα τιμή στην αγορά. [...]»

7        Σύμφωνα με τις επισημάνσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, τα άρθρα 5 και 6 του InvStG έχουν έκτοτε τροποποιηθεί επανειλημμένως, πλην όμως οι τροποποιήσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στη διαφορά της κύριας δίκης.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Οι van Caster κατέχουν μερίδια σε αλλοδαπά αποταμιευτικά επενδυτικά κεφάλαια, τα μερίδια δε αυτά έχουν κατατεθεί σε βελγική τράπεζα.

9        Μετά το 2003, τα εισοδήματα από τις επενδύσεις αυτές προσδιορίζονταν ατομικά και κατά τρόπο ενιαίο για καθέναν από τους van Caster και, εν συνεχεία, ο καθένας εξ αυτών φορολογούνταν για το ήμισυ των εν λόγω εισοδημάτων.

10      Κατά τα φορολογικά έτη 2003 έως 2006, όλα τα μερίδια που κατείχαν οι van Caster αντιπροσώπευαν συμμετοχές στα λεγόμενα «μαύρα» αμοιβαία κεφάλαια, των οποίων η φορολόγηση μέχρι το 2003 ρυθμιζόταν από το άρθρο 18, παράγραφος 3, του νόμου για την πώληση αλλοδαπών επενδυτικών μεριδίων και για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αλλοδαπά επενδυτικά μερίδια (Gesetz über den Vertrieb ausländischer Investmentanteile und über die Besteuerung der Erträge aus ausländischen Investmentanteilen, BGBl. 1998 I, σ. 2820), επρόκειτο δηλαδή για συμμετοχές σε «αδιαφανή», όπως ονομάζονται, αμοιβαία κεφάλαια, των οποίων η φορολόγηση ρυθμίζεται από το άρθρο 6 του InvStG.

11      Κατά τα φορολογικά έτη 2007 και 2008, οι van Caster δήλωσαν τα εισοδήματα από μερίδια έξι επενδυτικών κεφαλαίων, τα τρία εκ των οποίων ήταν «αδιαφανή».

12      Οι van Caster δήλωσαν τα εισοδήματα από τα μερίδιά τους στα προαναφερθέντα επενδυτικά κεφάλαια, είτε κατ’ εκτίμηση είτε βάσει συνημμένων στις φορολογικές δηλώσεις τους δικαιολογητικών ή στοιχείων προερχόμενων από εφημερίδα του Χρηματιστηρίου. Συγκεκριμένα, για τα έτη 2003 έως 2008 δήλωσαν, αντιστοίχως, 8 435,43 ευρώ, 10 500,94 ευρώ, 12 318,18 ευρώ, 13 263,04 ευρώ, 12 672,46 ευρώ και 14 272,88 ευρώ, ήτοι 71 462,93 ευρώ συνολικά.

13      Η Finanzamt προσδιόρισε τα εισοδήματα από τα μερίδια «αδιαφανών» κεφαλαίων κατ’ αποκοπή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του InvStG. Κατά τους υπολογισμούς της Finanzamt, τα εισοδήματα των van Caster κατά τα έτη 2003 έως 2008 ανήλθαν, αντιστοίχως, σε 38 503,53 ευρώ, 32 691,41 ευρώ, 63 603,62 ευρώ, 49 463,21 ευρώ, 37 045,03 ευρώ και 25 139,27 ευρώ, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 246 446,07 ευρώ.

14      Οι van Caster προσέβαλαν την απόφαση αυτή της Finanzamt ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο του Düsseldorf). Κατά τη δίκη αυτή, οι διάδικοι της κύριας δίκης συνομολόγησαν ότι το φορολογητέο εισόδημα για το 2003 ανήλθε στο 4 % της τιμής εξαγοράς που είχε καθοριστεί στις 31 Δεκεμβρίου 2003, δηλαδή σε 19 848,07 ευρώ.

15      Όσον αφορά τα φορολογικά έτη 2004 έως 2008, οι van Caster ζήτησαν την τροποποίηση των αντίστοιχων πράξεων προσδιορισμού του φόρου και τον προσδιορισμό του εισοδήματος από κινητές αξίες για τα έτη αυτά βάσει των δηλωθέντων ποσών, με το επιχείρημα ότι το άρθρο 6 του InvStG είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων.

16      Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 6 του InvStG μηχανισμός της κατ’ αποκοπή φορολογήσεως εφαρμόζεται μεν στις επενδύσεις σε ημεδαπά και αλλοδαπά «αδιαφανή» επενδυτικά κεφάλαια αδιακρίτως, πλην όμως η διάταξη αυτή ενδέχεται να προκαλέσει έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των αλλοδαπών «αδιαφανών» επενδυτικών κεφαλαίων, στο μέτρο που τα ημεδαπά κεφάλαια κατά κανόνα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του InvStG, πράγμα που συνήθως δεν συμβαίνει όσον αφορά τα αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια.

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει η κατ’ αποκοπή φορολόγηση των εισοδημάτων από τα λεγόμενα “αδιαφανή” (ημεδαπά και) αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, την οποία προβλέπει το άρθρο 6 του [InvStG], στο [δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 63 ΣΛΕΕ)] ως συγκαλυμμένος περιορισμός της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων [άρθρο 65, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ];»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

18      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, ανάλογα με το κατά πόσον η εταιρία επενδύσεων τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του InvStG, οι επενδυτές υπόκεινται σε τρία διαφορετικά συστήματα φορολόγησης.

19      Εάν η εταιρία επενδύσεων παρέχει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του InvStG με τον προβλεπόμενο τύπο και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, τα εισοδήματα από τη συμμετοχή στο επενδυτικό κεφάλαιο φορολογούνται με το γενικό σύστημα της λεγόμενης «διαφανούς» φορολογήσεως, κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και 4 του InvStG.

20      Εάν η εταιρία επενδύσεων δεν έχει δημοσιεύσει ούτε δηλώσει τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχεία c και f, του InvStG, οι συμμετοχές στα επενδυτικά κεφάλαια μπορούν, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του νόμου αυτού, να υπαχθούν στο σύστημα της λεγόμενης «ημιδιαφανούς» φορολογήσεως. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού συνεπάγεται ότι τα πλεονεκτήματα ως προς τα οποία δεν έχουν παρασχεθεί ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής φόρου στα εισοδήματα του φορολογούμενου.

21      Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του InvStG, οι συμμετοχές στα επενδυτικά κεφάλαια φορολογούνται κατ’ αποκοπή, βάσει του άρθρου 6 του InvStG, και ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει φόρο επί του ποσού που προσδιορίζεται με τον προβλεπόμενο από το συγκεκριμένο άρθρο τρόπο υπολογισμού.

22      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του InvStG επιβάλλει, αφενός, με τα σημεία 1 έως 3, υποχρεώσεις σχετικά με τη γνωστοποίηση στους μετόχους, στη γερμανική γλώσσα, των προβλεπόμενων από το άρθρο αυτό πληροφοριακών στοιχείων, και τη δημοσίευσή τους στην ηλεκτρονική έκδοση της Ομοσπονδιακής Επίσημης Εφημερίδας, μαζί με πιστοποιητικό εκδοθέν από πρόσωπο που έχει νόμιμη άδεια παροχής υπηρεσιών φορολογικού συμβούλου, που να πιστοποιεί ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τους ισχύοντες στη Γερμανία φορολογικούς κανόνες εφαρμοστέους επί όλων των επενδυτικών εταιριών, ημεδαπών και αλλοδαπών, καθώς και, αφετέρου, με τα σημεία 4 και 5, επιπρόσθετες υποχρεώσεις, εφαρμοστέες μόνο επί των αλλοδαπών εταιριών επενδύσεων.

23      Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει ποιες ήταν οι υποχρεώσεις που δεν τηρήθηκαν από τα επίμαχα στην κύρια δίκη αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, πλην όμως από το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι έχει αμφιβολίες όσον αφορά ειδικότερα τη συμβατότητα, με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, των διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται αδιακρίτως σε ημεδαπά και αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 63 ΣΛΕΕ απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία η μη τήρηση, από αλλοδαπό επενδυτικό κεφάλαιο, των υποχρεώσεων γνωστοποιήσεως και δημοσιεύσεως ορισμένων προβλεπόμενων από τη διάταξη αυτή πληροφοριακών στοιχείων, υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν αδιακρίτως τόσο τα ημεδαπά όσο και τα αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, συνεπάγεται την κατ’ αποκοπή φορολόγηση των εισοδημάτων που πραγματοποιεί ο φορολογούμενος από το εν λόγω επενδυτικό κεφάλαιο.

 Επί της υπάρξεως περιορισμού

25      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των μέτρων που απαγορεύονται από το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ως συνιστώντα περιορισμούς των κινήσεων κεφαλαίων, συγκαταλέγονται εκείνα που μπορούν να αποτρέψουν τους κατοίκους αλλοδαπής από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε κράτος μέλος ή να αποτρέψουν τους κατοίκους του εν λόγω κράτους μέλους από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε άλλα κράτη (βλ. αποφάσεις Santander Asset Management SGIIC κ.λπ., C-338/11 έως C-347/11, EU:C:2012:286, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Bouanich, C-375/12, EU:C:2014:138, σκέψη 43).

26      Εν προκειμένω, τονίζεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική κανονιστική ρύθμιση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τις συνέπειες της μη τηρήσεως, από τα επενδυτικά κεφάλαια, των υποχρεώσεων γνωστοποιήσεως και δημοσιοποιήσεως που απορρέουν από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του InvStG υφίστανται οι φορολογούμενοι που επενδύουν στα κεφάλαια αυτά.

27      Η κατ’ αποκοπή φορολόγηση, που εφαρμόζεται σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών, συνίσταται στον υπολογισμό μιας κατώτατης βάσεως επιβολής φόρου, η οποία αντιστοιχεί στο 6 % της τελευταίας τιμής εξαγοράς που καθορίστηκε κατά το οικείο ημερολογιακό έτος, ανεξαρτήτως του αν η αξία του επενδυτικού μεριδίου αυξήθηκε ή μειώθηκε κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.

28      Ο εν λόγω κατ’ αποκοπή υπολογισμός ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υπερτίμηση των πραγματικών εισοδημάτων του φορολογούμενου, ιδίως όταν, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 43 των προτάσεών του, τα επιτόκια διατηρούνται επί μακρόν σε χαμηλά επίπεδα. Η Γερμανική Κυβέρνηση παραδέχεται, άλλωστε, ότι, σε μια συγκυρία χαμηλών επιτοκίων, η κατώτατη βάση επιβολής του φόρου, η οποία αντιστοιχεί στο 6 % της τιμής εξαγοράς, συχνά θα υπερβαίνει τη βάση επιβολής του φόρου που υπολογίζεται βάσει των πραγματικών εισοδημάτων που πραγματοποιήθηκαν από το οικείο επενδυτικό κεφάλαιο.

29      Βεβαίως, όπως υποστηρίζουν η Finanzamt και η Γερμανική Κυβέρνηση, αντιστοίχως, δεν αποκλείεται, αφενός, κατά τα έτη κατά τα οποία τα επενδυτικά κεφάλαια πραγματοποιούν ιδιαίτερα υψηλά εισοδήματα, η κατ’ αποκοπή φορολόγηση να είναι ευνοϊκότερη από το γενικό σύστημα της «διαφανούς» φορολογήσεως και, αφετέρου, τα εισοδήματα που έχουν υπολογιστεί με τον τρόπο αυτό να αντιστοιχούν πράγματι σε αυτά που έχουν κατά μέσο όρο πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας διακρατήσεως.

30      Ωστόσο, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η εφαρμογή του συστήματος της κατ’ αποκοπή φορολογήσεως δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τη διάρκεια της διακρατήσεως.

31      Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η δυσμενής φορολογική μεταχείριση που αντιβαίνει σε θεμελιώδη ελευθερία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει άλλων φορολογικών πλεονεκτημάτων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστανται τέτοια πλεονεκτήματα (βλ. απόφαση Lakebrink και Peters-Lakebrink, C-182/06, EU:C:2007:452, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του InvStG κατ’ αποκοπή φορολόγηση ενδέχεται να αποβεί δυσμενής για τον φορολογούμενο.

33      Πάντως, υπό τις περιστάσεις αυτές, από την επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση προκύπτει ότι ο φορολογούμενος που έχει επενδύσει σε επενδυτικό κεφάλαιο το οποίο δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του InvStG δεν έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει στοιχεία ή πληροφορίες που να αποδεικνύουν τα πραγματικά εισοδήματά του.

34      Επομένως, το επίμαχο σύστημα κατ’ αποκοπή φορολογήσεως ενδέχεται να αποθαρρύνει τον προαναφερθέντα φορολογούμενο από την επένδυση σε κεφάλαια τα οποία δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η συγκεκριμένη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας.

35      Όπως επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απόκειται στα επενδυτικά κεφάλαια να επιλέξουν εάν θα συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις αυτές, η επιλογή δε αυτή εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη βούλησή τους να προσελκύσουν πελάτες στη Γερμανία.

36      Επομένως, λόγω της φύσεώς τους, οι υποχρεώσεις αυτές κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να τηρηθούν από επενδυτικό κεφάλαιο που δεν δραστηριοποιείται στην αγορά της Γερμανίας και δεν στοχεύει στη συγκεκριμένη αγορά. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 42 των προτάσεών του, ένα τέτοιο επενδυτικό κεφάλαιο δεν θα είχε συμφέρον να συμμορφωθεί προς τις επιταγές αυτές.

37      Δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια είναι συνήθως αλλοδαπά, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση ενδέχεται να αποθαρρύνει έναν Γερμανό επενδυτή από το να αποκτήσει μερίδια σε αλλοδαπό επενδυτικό κεφάλαιο, στον βαθμό που μια τέτοια επένδυση ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την εφαρμογή του συστήματος της δυσμενούς κατ’ αποκοπή φορολογήσεως, χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα να προσκομίσει στοιχεία ή πληροφορίες που να αποδεικνύουν το ύψος των πραγματικών εισοδημάτων του.

38      Επομένως, μια τέτοια ρύθμιση συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων ο οποίος, κατ’ αρχήν, απαγορεύεται από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.

 Επί της δικαιολογήσεως του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων

39      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνει η Συνθήκη μπορούν, ωστόσο, να επιτραπούν εφόσον επιδιώκουν σκοπό γενικού συμφέροντος, είναι κατάλληλα για την υλοποίηση του σκοπού αυτού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C-296/12, EU:C:2014:24, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

40      Κατά τη Finanzamt και τη Γερμανική Κυβέρνηση, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση δικαιολογείται, πρώτον, από την ανάγκη διατηρήσεως της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών.

41      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διατήρηση της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί αναγνωρισμένο από το Δικαστήριο θεμιτό σκοπό (βλ. απόφαση National Grid Indus, C-371/10, EU:C:2011:785, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό, ιδίως όταν το επίμαχο φορολογικό σύστημα αποσκοπεί στην αποτροπή συμπεριφορών δυνάμενων να διακυβεύσουν το δικαίωμα κράτους μέλους να ασκήσει τη φορολογική του εξουσία ως προς τις πραγματοποιούμενες στο έδαφός του δραστηριότητες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Santander Asset Management SGIIC κ.λπ., EU:C:2012:286, σκέψη 47, καθώς και Argenta Spaarbank, C-350/11, EU:C:2013:447, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42      Η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση αποσκοπεί, όπως προβάλλουν η Finanzamt και η Γερμανική Κυβέρνηση, στη διασφάλιση της ενιαίας φορολογικής μεταχειρίσεως, αφενός, των Γερμανών φορολογουμένων που έχουν πραγματοποιήσει άμεσες επενδύσεις σε μετοχές ή χρεόγραφα και εκείνων που αγοράζουν μερίδια σε επενδυτικά κεφάλαια, καθώς και, αφετέρου, των Γερμανών φορολογουμένων που έχουν επενδύσει σε ημεδαπά επενδυτικά κεφάλαια και εκείνων που έχουν επενδύσει σε αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, τηρουμένης της αρχής της φορολογικής ισότητας.

43      Η εν λόγω εθνική ρύθμιση δεν αποσκοπεί στην αποτροπή συμπεριφορών δυνάμενων να διακυβεύσουν την αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να φορολογήσει τις ασκούμενες στο έδαφός της δραστηριότητες ή να φορολογήσει τα εισοδήματα που έχουν πραγματοποιήσει οι κάτοικοί της σε άλλο κράτος μέλος.

44      Κατά συνέπεια, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερθείσας εθνικής ρυθμίσεως, δεν τίθεται ζήτημα κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών.

45      Δεύτερον, η Finanzamt, καθώς και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονούν ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του φορολογικού ελέγχου. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δικαιολογείται και από την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικής εισπράξεως των φόρων.

46      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, αποτελούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν περιορισμό στην άσκηση των ελευθεριών κυκλοφορίας που εγγυάται η Συνθήκη, η ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων (βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις A, C-101/05, EU:C:2007:804, σκέψη 55, X και Passenheim-van Schoot, C-155/08 και C-157/08, EU:C:2009:368, σκέψη 55, Meilicke κ.λπ., C-262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 41, καθώς και SIAT, C-318/10, EU:C:2012:415, σκέψη 36), καθώς και η ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικής εισπράξεως των φόρων (βλ., συναφώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-269/09, EU:C:2012:439, σκέψη 64, X, C-498/10, EU:C:2012:635, σκέψη 39, καθώς και Strojírny Protějov και ACO Industries Tábor, C-53/13 και C-80/13, EU:C:2014:2011, σκέψη 46).

47      Εγγενές στοιχείο της αρχής της φορολογικής αυτοτέλειας των κρατών μελών είναι η δυνατότητά τους να καθορίζουν τα στοιχεία που απαιτούνται, καθώς και τις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε η φορολογική αρχή να είναι σε θέση να προσδιορίσει ορθώς τον φόρο που οφείλεται για τα εισοδήματα από επενδυτικά κεφάλαια (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Meilicke κ.λπ., EU:C:2011:438, σκέψη 37).

48      Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, η επίμαχη εθνική ρύθμιση στηρίζεται στην αρχή ότι μόνον τα επενδυτικά κεφάλαια μπορούν να παράσχουν τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής φόρου στους φορολογούμενους που έχουν αποκτήσει μερίδια στα κεφάλαια αυτά, τα στοιχεία δε αυτά μπορούν να παρασχεθούν μόνο διά δημοσιεύσεως στην ηλεκτρονική έκδοση της Ομοσπονδιακής Επίσημης Εφημερίδας, μαζί με πιστοποιητικό εκδοθέν από πρόσωπο που έχει νόμιμη άδεια παροχής υπηρεσιών φορολογικού συμβούλου, που να πιστοποιεί ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία έχουν προκύψει σύμφωνα με τους κανόνες της γερμανικής φορολογικής νομοθεσίας.

49      Πάντως, νομοθεσία κράτους μέλους η οποία εμποδίζει απολύτως τους φορολογούμενους που έχουν αποκτήσει μερίδια σε αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία που πληρούν άλλα κριτήρια, ιδίως παρουσιάσεως, από τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία του κράτους μέλους για τις ημεδαπές επενδύσεις υπερβαίνει το αναγκαίο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων μέτρο (βλ., συναφώς, απόφαση Meilicke κ.λπ., EU:C:2011:438, σκέψη 43).

50      Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να είναι σε θέση οι εν λόγω φορολογούμενοι να προσκομίσουν τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα, τα οποία παρέχουν στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους φορολογίας τη δυνατότητα να εξακριβώσουν, με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, τα στοιχεία που απαιτούνται για τον ορθό προσδιορισμό της βάσεως επιβολής φόρου επί των εισοδημάτων από επενδυτικά κεφάλαια (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Meilicke κ.λπ., EU:C:2011:438, σκέψη 44).

51      Μολονότι οι Γερμανοί φορολογούμενοι ενδέχεται να μη διαθέτουν οι ίδιοι τις πληροφορίες που απαιτούνται κατά τον InvStG, εντούτοις δεν αποκλείεται να είναι σε θέση να αποκτήσουν τις πληροφορίες αυτές από τα οικεία αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια και να τα γνωστοποιήσουν στις γερμανικές φορολογικές αρχές.

52      Το περιεχόμενο, η μορφή και ο βαθμός ακρίβειας που πρέπει να έχουν οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να υποβάλει ο Γερμανός φορολογούμενος που έχει αποκτήσει μερίδια σε αλλοδαπό επενδυτικό κεφάλαιο, προκειμένου να φορολογηθεί με το σύστημα της «διαφανούς» φορολογήσεως, πρέπει να καθορίζονται από τις γερμανικές φορολογικές αρχές κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατή η ορθή επιβολή του φόρου (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Meilicke κ.λπ., EU:C:2011:438, σκέψη 45).

53      Βεβαίως, όπως υποστηρίζουν η Finanzamt και η Γερμανική Κυβέρνηση, η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικών με τη βάση επιβολής του φόρου, καθώς και η πιστοποίησή τους από πρόσωπο που έχει νόμιμη άδεια παροχής υπηρεσιών φορολογικού συμβούλου, το οποίο να πιστοποιεί ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία έχουν προκύψει σύμφωνα με τους κανόνες της γερμανικής φορολογικής νομοθεσίας, εξασφαλίζουν την όμοια φορολόγηση των φορολογουμένων που έχουν αποκτήσει μερίδια στο ίδιο επενδυτικό κεφάλαιο.

54      Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η όμοια φορολόγηση μπορεί να επιτευχθεί διά της ανταλλαγής πληροφοριών εντός της γερμανικής φορολογικής διοικήσεως.

55      Εξάλλου, οι φορολογικές αρχές του κράτους μέλους φορολογίας έχουν τη δυνατότητα, βάσει της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των αμέσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/106/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2004 (ΕΕ L 359, σ. 30), η οποία βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, καθώς και της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (ΕΕ L 64, σ. 1), να απευθυνθούν στις αρχές άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να λάβουν οποιαδήποτε πληροφορία θεωρούν απαραίτητη για τον ορθό προσδιορισμό του φόρου ενός φορολογούμενου (βλ., συναφώς, αποφάσεις Haribo Lakritzen Hans Riegel και Österreichische Salinen, C-436/08 και C-437/08, EU:C:2011:61, σκέψη 101, καθώς και Meilicke κ.λπ., EU:C:2011:438, σκέψη 51).

56      Όσον αφορά τον φόρτο εργασίας που θα συνεπαγόταν για τη φορολογική διοίκηση του κράτους μέλους της φορολογήσεως η παροχή στους φορολογούμενους της δυνατότητας να προσκομίζουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τα εισοδήματά τους, τονίζεται ότι οι δυσχέρειες πρακτικής φύσεως δεν επαρκούν από μόνες τους για να δικαιολογήσουν την προσβολή μιας ελευθερίας που κατοχυρώνει η Συνθήκη (βλ., συναφώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-334/02, EU:C:2004:129, σκέψη 29, Centro di Musicologia Walter Stauffer, C-386/04, EU:C:2006:568, σκέψη 48, και Papillon, C-418/07, EU:C:2008:659, σκέψη 54).

57      Επομένως, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του φορολογικού ελέγχου και της αποτελεσματικής εισπράξεως των φόρων, στον βαθμό που δεν επιτρέπει στον φορολογούμενο να προσκομίσει στοιχεία ή πληροφορίες που να αποδεικνύουν το ύψος των πραγματικών εισοδημάτων του.

58      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 63 ΣΛΕΕ απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία η μη τήρηση, από αλλοδαπό επενδυτικό κεφάλαιο, των υποχρεώσεων γνωστοποιήσεως και δημοσιεύσεως ορισμένων προβλεπόμενων από τη διάταξη αυτή πληροφοριακών στοιχείων, υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν αδιακρίτως τόσο τα ημεδαπά όσο και τα αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, συνεπάγεται την κατ’ αποκοπή φορολόγηση των εισοδημάτων που αποκομίζει ο φορολογούμενος από το εν λόγω επενδυτικό κεφάλαιο, στον βαθμό που η εν λόγω ρύθμιση δεν επιτρέπει στον φορολογούμενο να προσκομίσει στοιχεία ή πληροφορίες που να αποδεικνύουν το πραγματικό ύψος των εισοδημάτων αυτών.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 63 ΣΛΕΕ απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία η μη τήρηση, από αλλοδαπό επενδυτικό κεφάλαιο, των υποχρεώσεων γνωστοποιήσεως και δημοσιεύσεως ορισμένων προβλεπόμενων από τη διάταξη αυτή πληροφοριακών στοιχείων, υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν αδιακρίτως τόσο τα ημεδαπά όσο και τα αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια, συνεπάγεται την κατ’ αποκοπή φορολόγηση των εισοδημάτων που αποκομίζει ο φορολογούμενος από το εν λόγω επενδυτικό κεφάλαιο, στον βαθμό που η εν λόγω ρύθμιση δεν επιτρέπει στον φορολογούμενο να προσκομίσει στοιχεία ή πληροφορίες που να αποδεικνύουν το πραγματικό ύψος των εισοδημάτων αυτών.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.